Ένας φίλος του αγνοούμενου Κώστα Γρεβενίτη, που τον γνώριζε κοντά 13 χρόνια, «έσπασε» τη σιωπή του και αποκάλυψε όσα του είχε εκμυστηρευτεί λίγο πριν χαθούν τα ίχνη του.

«Φοβόταν τα ανίψια του & τον αδελφό του»

«Τον ήξερα 13 χρόνια. Στο σπιτάκι όπου διέμενε, ακριβώς απέναντι υπήρχε παλιά το αστυνομικό τμήμα και, όταν αυτό απομακρύνθηκε, εκείνος άρχισε να φοβάται. Με το που σουρούπωνε δεν έβγαινε από το σπίτι. Φοβόταν τα ανίψια του και τον αδελφό του. Είχαν μεταξύ τους δικαστικές διαμάχες, φανταστείτε ότι μου ζητούσε να τον συνοδεύω στα δικαστήρια. Διέθετε μεγάλη περιουσία, πολλά κτήματα και ένα κατάστημα απέναντι από την πλατεία, το οποίο είχε ανακαινίσει. Του έλεγαν πως όλα αυτά τους ανήκουν και ότι δεν είχε καμία θέση εκεί, προτρέποντάς τον να επιστρέψει στην Αμερική όπου βρίσκονται τα παιδιά του. Τον μεταχειρίζονταν με βιαιότητα», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Ο μάρτυρας περιγράφει και ένα συγκεκριμένο περιστατικό εκφοβισμού, στο οποίο ήταν παρών:

«Όταν πήγε με συνεργείο για να μαζέψει τις ελιές από το χωράφι του, ήμουν κι εγώ μαζί του. Ένας από τους ανιψιούς του, περνούσε σε απόσταση κρατώντας καραμπίνα και πυροβολούσε στον αέρα για να μας φοβίσει. Κάθε φορά που τον πίεζαν υπερβολικά, έφευγε και πήγαινε στο Πλατανάκι, όπου είχε ένα σπίτι, έμενε εκεί δύο – τρεις ημέρες και στη συνέχεια επέστρεφε. Μου έλεγε ότι του έκαναν πόλεμο και τον απειλούσαν. Τον συμβούλευα να προσέχει και να μην απομακρύνεται».

Προσθέτει ακόμη ότι υπήρχε και ένα άτομο από τη Ζαραφώνα, χωριό της περιοχής, το οποίο του όφειλε χρήματα όπως ο ίδιος του έλεγε.

«Μία ή δύο ημέρες πριν εξαφανιστεί, με κάλεσε και μου είπε ότι ήθελε να συναντηθούμε από κοντά. Τον ρώτησα αν συμβαίνει κάτι και μου απάντησε πως καλύτερα να τα πούμε όταν θα κατέβαινα προς τα εκεί. Τελικά, πήγα δύο ημέρες μετά την εξαφάνισή του, καθώς δεν απαντούσε στις κλήσεις μου, και σταμάτησα στο σπίτι του για να ρωτήσω. Είδα το αυτοκίνητό του παρκαρισμένο, ένα μαύρο Peugeot, περίπου 10 μέτρα πιο κάτω από το σπίτι. Στην πόρτα υπήρχε κρεμασμένη μία σακούλα σούπερ μάρκετ, μέσα στην οποία φαινόταν να υπάρχει ένα μπολ. Όταν πέρασα ξανά τέσσερις ημέρες αργότερα, η σακούλα βρισκόταν ακόμη εκεί», καταλήγει.


Πηγή