Άλυτος παραμένει ο γρίφος της εξαφάνισης του 47χρονου ρεμπέτη της Αριστοτέλους, Περικλή Τσιάπανου.

Ο «Πέρης», όπως ήταν γνωστός σε όλους, χάθηκε μυστηριωδώς τον Σεπτέμβριο του 2023 από τις Συκιές Θεσσαλονίκης όπου έμενε.

Το «Τούνελ» μίλησε εκ νέου με τη ρεμπέτισσα Σωτηρία Τσιμπερά, στενή φίλη και καλλιτεχνική του συνοδοιπόρο. Η ίδια, για να τον βοηθήσει στο οικονομικό του αδιέξοδο, τον είχε πλαισιώσει πολλές φορές με τη χαρακτηριστική φωνή της στο «στέκι» του, στην Αριστοτέλους και στη Βενιζέλου και μαζί διασκέδαζαν τον κόσμο του δρόμου. Δηλώνει βαθιά απογοητευμένη από το ενδεχόμενο η υπόθεση να τεθεί στο αρχείο.

«Δεν είναι δυνατόν να συμβαίνουν αυτά. Γιατί να μπει στο αρχείο; Να ερευνήσουν, να ψάξουν, από κάπου να πιαστούν», λέει με ένταση. Εκφράζει την πεποίθηση ότι «κάτι κακό έχει συμβεί» και ότι ο Περικλής δεν εξαφανίστηκε οικειοθελώς. «Δεν θα άφηνε ποτέ το σκύλο του. Υπήρχαν δυσκολίες, είχε στεναχώρια με τα ενοίκια που δεν μπορούσε να πληρώσει, υπήρχαν ζητήματα με χρήματα και με το σπίτι… Αλλά δεν ήταν άνθρωπος να τα παρατήσει έτσι.»

Θυμάται πως στην τελευταία τους συνάντηση εκείνος της ζήτησε να τραγουδήσουν κάτι λυπητερό. Εκείνη, θέλοντας να του αλλάξει τη διάθεση, πρότεινε ένα αγαπημένο του τραγούδι του Βαμβακάρη. «Το είπαμε και μετά μου εκμυστηρεύτηκε πόσο στενοχωρημένος ήταν. Θα τον έβγαζαν από το σπίτι και χρειαζόταν περίπου χίλια ευρώ για να νοικιάσει άλλο. Δεν ήξερε τι να κάνει. Έτσι θα τον θυμάμαι: λυπημένο, πιεσμένο, να παλεύει να τα βγάλει πέρα.»

Η ίδια τον προέτρεπε συχνά να αφήσει το δρόμο και να αναζητήσει ένα σταθερό μαγαζί για να τραγουδά. «Του έλεγα πως αν το έκανε, θα ήμουν δίπλα του, θα τραγουδούσαμε μαζί. Ήξερε ότι το εννοούσα. Πάντα όμως μου απαντούσε πως δεν έβρισκε ευκαιρία.»

Αποκλείει κατηγορηματικά το ενδεχόμενο να έβαλε τέλος στη ζωή του. «Από την πρώτη στιγμή που μίλησα με τη Νικολούλη, είπα πως κάτι κακό έχει συμβεί. Έχω την αίσθηση ότι κάποιος τον πήρε και τον άφησε σε μέρος όπου δεν θα μπορούσε να τον βρει κανείς.»

Μιλώντας για τη φιλία τους, συγκινείται. «Του έδινα χαρά με το τραγούδι, με απλά πράγματα, ακόμη και με αυγά από τις κοτούλες μου. Χαιρόταν σαν παιδί. Ακόμη κι όταν ήμουν κουρασμένη, σταματούσαμε και τραγουδούσαμε· κι αυτό που μοιραζόμασταν το αγκάλιασε ο κόσμος.»

Θυμάται χαρακτηριστικά μια εκδήλωση στη Βενιζέλου. «Δεν είχα διάθεση, αλλά με παρακίνησε να τραγουδήσουμε. Μαζεύτηκε κόσμος γύρω μας. Όταν πήγαν να φύγουν, τους φώναξα να αφήσουν κάτι στο παιδί, “γιατί δεν έχει να φάει”. Του άφησαν χρήματα και μετά γελάσαμε με την καρδιά μας. Ήταν μια στιγμή που δεν θα ξεχάσω ποτέ.»

Η εξαφάνισή του, όπως λέει, την πλήγωσε «σαν μάνα». «Αν ήμουν κάποια επώνυμη και ήταν το παιδί μου, θα είχαν ψάξει τα βουνά και τις θάλασσες. Θα είχε γίνει εξονυχιστική έρευνα. Αλλά αφού δεν είμαι… Δυστυχώς. Πρέπει να μπαίνουμε στη θέση του άλλου. Αν ήμουν η μητέρα του, θα ήθελα να ξέρω πού βρίσκεται, να μπορώ να τον μνημονεύσω, να κάνω μια ευχή…» καταλήγει με φωνή που σπάει.


Πηγή