Με γάντια στα χέρια, ο Γιώργος Τσαγκαράκης έπιανε και διαφήμιζε το Ευαγγέλιο του 1745 όπως έλεγε, μπροστά στην κάμερα, σε μία προσπάθεια να βρεθεί αγοραστής.
Η παρατηρητικότητα και οι γνώσεις Κύπριου βυζαντινολόγου στάθηκαν αφορμή για την καθοριστική του καταγγελία στις 19 Μαρτίου που έμελλε να βάλει στο μικροσκόπιο την δράση του γκαλερίστα.
«Μου εμφανίστηκε τυχαία στο Instagram βίντεο της Γκαλερί Τσαγκαράκη – υποθέτω πως είναι κάπου στην Αθήνα – όπου ο υπεύθυνος παρουσιάζει πως θα βγάλει σε δημοπρασία ένα παλαίτυπο ευαγγέλιο του 1745. Αυστηρώς ομιλώντας, ακόμη και ως παλαίτυπο υπάγεται στον Περί Αρχαιοτήτων νόμο και απαγορεύεται η πώλησή του. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι το παλαίτυπο περικλείεται σε βιβλιοδεσία του 18ου αιώνα με ορειχάλκινες ιερές μορφές και βελούδο. Ακόμη κι αν κάποιος θα ήταν ελαστικός για την αγοραπωλησία του εντύπου, η βιβλιοδεσία του, περιόδου Τουρκοκρατίας, εμπίπτει ξεκάθαρα στην αρχαιολογική νομοθεσία και σας παρακαλώ να διερευνήσετε άμεσα την υπόθεση και πριν δημοπρατηθεί».
Οι έρευνες
Πώς βρέθηκε αυτό το σπάνιο Ευαγγέλιο στα χέρια του Γιώργου Τσαγκαράκη; Ποια ήταν η διαδρομή που ακολούθησε από την τύπωσή του στη Βενετία στα μέσα του 18ου αιώνα; Γιατί οι Αρχές αναλύουν εκ νέου τα στοιχεία μίας μεγάλης κλοπής στο Άγιο Όρος το 1960; Μπορεί να υπάρχει σύνδεση με την υπόθεση αρχαιοκαπηλίας στο Μέγα Σπήλαιο Καλαβρύτων, που αποκαλύφθηκε τον περασμένο Σεπτέμβριο;
Το σήμα σε σημείο του Ευαγγελίου παραπέμπει σε ελληνικό τυπογραφείο της Βενετίας, που ίδρυσε ο Νικόλαος Σαρρός στα μέσα του 17ου αιώνα. Το 1686 ίδρυσε και δεύτερο τυπογραφείο στην ιταλική πόλη, που παρέμεινε ανοιχτό και μετά τον θάνατό του, όταν τυπώθηκε το συγκεκριμένο Ευαγγέλιο.
Ο Νικόλαος Σαρρός με καταγωγή από τα Γιάννενα, τύπωσε στη Βενετία 56 βιβλία στα πρώτα χρόνια του τυπογραφείου. Ανταγωνιστής του εκείνα τα χρόνια, ο επίσης Έλληνας Νικόλαος Γλυκής, που κινούσε τα νήματα στη δική του επιχείρηση.
Ο Γιώργος Τσαγκαράκης ανέφερε ότι το εν λόγω Ευαγγέλιο τυπώθηκε και φιλοτεχνήθηκε στη Βενετία, την εποχή του Μητροπολίτη Ιεροσολύμων Παρθενίου. Είχε αναφερθεί μάλιστα και στον Χρυσόστομο Νοταρά, έναν λόγιο και εκκλησιαστικό παράγοντα της εποχής, που είχε σχέση με την τότε Μητρόπολη Ιεροσολύμων.
Πότε και πώς βρέθηκε αυτό το Ευαγγέλιο στην Ελλάδα και στα χέρια του γκαλερίστα; Ο Γιώργος Τσαγκαράκης λέει μέσω του δικηγόρου του, ότι το απέκτησε νόμιμα. Έχει, όπως υποστηρίζει, όλες τις πιστοποιήσεις για την γνησιότητά του, τις οποίες όπως αναφέρει είναι έτοιμος να προσκομίσει αν του ζητηθούν.
Τα χρόνια της επανάστασης του 1821, πολλά Ευαγγέλια καταστράφηκαν και άλλα τότε είχαν μεταφερθεί στο Άγιο Όρος.
Το Πάσχα του 1960 Γερμανοί προσκυνητές κατηγορήθηκαν για την κλοπή κειμηλίων από τη Μονή του Αγίου Διονυσίου. Το χειρόγραφο της Καινής Διαθήκης του 12ου αιώνα επαναπατρίστηκε μετά από 54 ολόκληρα χρόνια, όμως τα βυζαντινά Ευαγγέλια που είχαν «βουτήξει» δεν βρέθηκαν ποτέ.
Στο μικροσκόπιο έχουν μπει και τα ευρήματα στο Μέγα Σπήλαιο Καλαβρύτων πριν από λίγους μήνες, που είχαν προκαλέσει τη σύλληψη του ηγούμενου της Μονής.
Ανάμεσα στα ευρήματα που είχαν κατασχεθεί ήταν και δύο Ιερά Ευαγγέλια του 18ου αιώνα.
Ο Γιώργος Τσούκαλης για τις έρευνες που οδήγησαν στη σύλληψη του γκαλερίστα
Ο δικηγόρος του στο Live News
Ο Γιώργος Τσαγκαράκης επαναλαμβάνει μετά τη σύλληψή του πως δεν φοβάται το παραμικρό. Τα ερωτήματα όμως για το Ευαγγέλιο του 1745 που παρουσίαζε παραμένουν και μένει να φανεί το επόμενο διάστημα όλη η αλήθεια.
Στο Live News, μίλησε ο δικηγόρος του κ. Τσαγκαράκη, ο οποίος είπε πως από την πρώτη στιγμή ο κ. Τσαγκαράκης δήλωσε ενώπιον των Αρχών ότι το συγκεκριμένο Ευαγγέλιο το έλαβε από τρίτο πρόσωπο και έχει όλα τα έγγραφα, προκειμένου να είναι ελεύθερο προς διάθεση.
«Αν το συγκεκριμένο έργο χαρακτηριστεί αρχαίο, εφόσον είναι προ του 1830, α έπρεπε να έχει πράγματι άδεια από την ελληνική αρχαιολογία, να χαρακτηριστεί ελληνικό αρχαίο και να είναι πράγματι, με βάση τον ειδικό ποινικό νόμο που έχει, να έχει τη συγκεκριμένη άδεια ως αρχαίο. Το συγκεκριμένο όμως, δεν είναι ελληνικό. Είναι όντως χαρακτηρισμένο από το διαβιβαστικό ως ιταλικό. Άρα λοιπόν δεν υπάγεται στον ελληνικό ποινικό νόμο. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, επειδή ακριβώς υπαγόταν ακριβώς στο ιταλικό δίκαιο, για αυτόν τον λόγο και οι άνθρωποι μπήκαν, μη γνωρίζοντας παντελώς τη διαδικασία, έχει καλέσει την ελληνική αρχαιολογία και έχει ζητήσει να μάθει ποιο είναι το νομοθετικό καθεστώς. Και αυτό προκύπτει από τη δικογραφία ακόμα. Βέβαια όλα αυτά θα τα συζητήσουμε αύριο στην ανάκριση. Αλλά σε πρώτη φάση οφείλω να παραδεχτώ ότι όντως είχε έγγραφα από αυτόν τον οποίο του το προσκόμισε, στα οποία, επειδή ακριβώς δεν γνώριζε από θέματα αρχαιολογίας, το υπέγραψαν ότι θα υπέγραφαν αν ήταν όντως πίνακας ζωγραφικής. Δηλαδή παρακαταθήκη προκειμένου να το διαθέσουν».
Πηγή
















