Το περίγραμμα της στρατηγικής με την οποία η κυβέρνηση και η Νέα Δημοκρατία σκοπεύουν να κινηθούν απέναντι στο ρευστό πολιτικό σκηνικό, τα νέα κόμματα και τις δημοσκοπήσεις ενόψει των επόμενων εθνικών εκλογών, δίνει ο Παύλος Μαρινάκης, μέσα από συνέντευξή του στο in.gr.
Ο Παύλος Μαρινάκης επιχείρησε να χαμηλώσει τις προσδοκίες γύρω από τα νέα κόμματα, υποστηρίζοντας ότι μέχρι στιγμής βλέπει «εναλλαγή προσώπων» και «προσωπικές ατζέντες» που επιχειρείται να μετατραπούν σε κομματικούς συσχετισμούς. Η Νέα Δημοκρατία, όπως προκύπτει από τις τοποθετήσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου, επιλέγει να αντιμετωπίσει τις κινήσεις Τσίπρα, Καρυστιανού και τα σενάρια Σαμαρά όχι ως μεμονωμένα γεγονότα, αλλά ως κομμάτια μιας συνολικής αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού ενόψει των εκλογών του 2027. Το βασικό κυβερνητικό μήνυμα είναι ότι οι αλλαγές δεν κρίνονται από επικοινωνιακά σχήματα, αλλά από προγράμματα, πολιτικές και κυβερνησιμότητα.
«Μέχρι τώρα βλέπω εναλλαγή προσώπων. Μέχρι τώρα βλέπω προσωπικές ατζέντες να γίνεται προσπάθεια να μετατραπούν σε κομματικούς συσχετισμούς», ανέφερε ο Παύλος Μαρινάκης, δίνοντας το στίγμα της κυβερνητικής ανάγνωσης. Κατά τον ίδιο, τα νέα πολιτικά εγχειρήματα δεν έχουν ακόμη παρουσιάσει «πολιτική πλατφόρμα που να μιλάει στους ανθρώπους».
«Καρφιά» για Τσίπρα
Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν για τον Αλέξη Τσίπρα. «Δεν γίνεται όλοι όσοι επέλεξε ο κ. Τσίπρας να “μην κάνουν”, αλλά ο ίδιος “να κάνει”», είπε, αναφερόμενος, μεταξύ άλλων, στη Ζωή Κωνσταντοπούλου και τον Γιάνη Βαρουφάκη. Με τον τρόπο αυτόν, η κυβέρνηση επιχειρεί να αποδομήσει το αφήγημα επανεκκίνησης του πρώην πρωθυπουργού, επαναφέροντας στο προσκήνιο το 2015, την «κωλοτούμπα» και τη στήριξη που, όπως σημείωσε, έδωσαν τότε οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ για να μείνει η χώρα στην Ευρώπη.
Ο Παύλος Μαρινάκης προχώρησε ακόμη περισσότερο, λέγοντας ότι ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να επανέλθει ως «σύγχρονος κεντροαριστερός Ευρωπαίος πολιτικός» χωρίς ουσιαστική αυτοκριτική. «Εάν κάνουμε το λάθος να θεωρήσουμε ότι θα κερδίσουμε την εμπιστοσύνη των πολιτών συγκρινόμενοι, ειδικά με έναν πρώην πρωθυπουργό, έχουμε χάσει το παιχνίδι πριν ξεκινήσει», πρόσθεσε, σπεύδοντας πάντως να σημειώσει ότι η ΝΔ δεν πρέπει να στηρίξει τη στρατηγική της μόνο στην αντιπαράθεση με τον πρώην πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ.
«Περιμένουμε τις θέσεις της Μαρίας Καρυστιανού»
Πιο προσεκτική, αλλά όχι λιγότερο σαφής, ήταν η αναφορά του στη Μαρία Καρυστιανού. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος διαχώρισε την ιδιότητα της μητέρας θύματος της τραγωδίας των Τεμπών από εκείνη της νέας πολιτικής αρχηγού. «Δεν πρέπει να τα συγχέουμε αυτά», είπε, τονίζοντας ότι θα την κρίνει ως πολιτική αντίπαλο. Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι δεν θέλει να χρησιμοποιηθεί η τραγωδία «ούτε θετικά ούτε αρνητικά» για πολιτικούς πόντους. «Έχουμε πολλά να πούμε με την κυρία Καρυστιανού. Περιμένουμε τις θέσεις της», ανέφερε.
Εφικτός ο στόχος της αυτοδυναμίας
Στο πεδίο των δημοσκοπήσεων, ο Παύλος Μαρινάκης αναγνώρισε ότι η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται, κατά μέσο όρο, περίπου «7 με 8 μονάδες» μακριά από την αυτοδυναμία, ανάλογα με το πόσα κόμματα θα μπουν στη Βουλή και τους συσχετισμούς που θα διαμορφωθούν. Ωστόσο, επέμεινε ότι ο στόχος παραμένει απολύτως εφικτός. «Καλύπτεται με έναν και μόνο τρόπο: με δουλειά, με ταπεινότητα και με αποτέλεσμα», είπε.
«Το βράδυ των εκλογών η χώρα πρέπει να έχει κυβέρνηση»
Την ίδια ώρα, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο αναζήτησης συνεργασιών σε περίπτωση που η κάλπη δεν δώσει αυτοδυναμία. «Το βράδυ των εκλογών η χώρα πρέπει να έχει κυβέρνηση», ανέφερε, ξεκαθαρίζοντας όμως ότι η Ν.Δ. θα πάει στις εκλογές με καθαρό αίτημα αυτοδυναμίας. Αν οι πολίτες ζητήσουν κυβέρνηση συνεργασίας, πρόσθεσε, «η δημοκρατία δίνει τις απαντήσεις της».
Άνοιγμα προς το ΠΑΣΟΚ
Εκεί το βλέμμα στρέφεται στο ΠΑΣΟΚ και στον Νίκο Ανδρουλάκη. Ο Παύλος Μαρινάκης είπε ότι η Χαριλάου Τρικούπη «θα μπορούσε να είναι η μόνη πολιτική δύναμη» με την οποία μπορεί να υπάρξει συζήτηση, λόγω «παρελθόντος θεσμικής συνέπειας». Την ίδια στιγμή, απέκλεισε κατηγορηματικά οποιαδήποτε συνεργασία με την ακροδεξιά, αναφέροντας ότι η ΝΔ δεν θα γίνει «σαν τον κ. Τσίπρα» για να συγκυβερνήσει με την άκρα δεξιά.
Μήνυμα σε Ανδρουλάκη: «Οι πρωθυπουργοί βγαίνουν από την κάλπη»
Ωστόσο, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έστειλε σκληρό μήνυμα προς τον Νίκο Ανδρουλάκη, απορρίπτοντας το ενδεχόμενο τρίτου προσώπου για την πρωθυπουργία. «Οι πρωθυπουργοί βγαίνουν από την κάλπη και από τη λαϊκή ψήφο και όχι από ΑΣΕΠ, από κλειστές πόρτες και από το προσωπικό γινάτι ή την προσωπική εναντίωση κάποιου», είπε. Παράλληλα, κατηγόρησε τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ ότι μετέτρεψε το κόμμα του σε «μονοθεματικό κόμμα διαμαρτυρίας» γύρω από τις υποκλοπές, αντί να παρουσιάσει ολοκληρωμένη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.
Αιχμές για Σαμαρά – Καραμανλή και κάλεσμα συστράτευσης
Ξεχωριστή ήταν η αναφορά του στον Αντώνη Σαμαρά, με φόντο τα σενάρια δημιουργίας νέου κόμματος. Ο Παύλος Μαρινάκης είπε ότι μια τέτοια εξέλιξη «δεν θα ήταν ευχάριστη», αλλά απέφυγε να προεξοφλήσει τις αποφάσεις του πρώην πρωθυπουργού. Υπενθύμισε την προσφορά του Αντώνη Σαμαρά στη Νέα Δημοκρατία και στη χώρα, σημειώνοντας ότι υπήρξε πρωθυπουργός που «κράτησε τη χώρα στην Ευρώπη».
Ταυτόχρονα, έστειλε σαφές μήνυμα συστράτευσης. «Η Νέα Δημοκρατία είναι πάνω και από πρόσωπα, είναι πάνω και από τις προσωπικές εναντιώσεις», ανέφερε. «Πάντα όταν ερχόταν η ώρα της μάχης, βάζαμε όλα τα υπόλοιπα στην άκρη». Το κάλεσμα προς τον πρώην πρωθυπουργό το χαρακτήρισε «αυτονόητο», υπογραμμίζοντας ότι η παράταξη «χωράει όλους».
Αναφερόμενος στους δύο πρώην πρωθυπουργούς, Αντώνη Σαμαρά και Κώστα Καραμανλή, ο Παύλος Μαρινάκης είπε ότι όσοι έχουν κρατήσει το τιμόνι της χώρας δεν πρέπει να βάλουν την προσωπική πίκρα ή διαφωνία πάνω από τα μεγάλα διλήμματα. «Όταν βλέπεις απέναντί σου να επανέρχονται οι δυνάμεις της πάνω και της κάτω πλατείας, οφείλεις να συστρατευθείς με την παράταξη που έχεις υπηρετήσει σε όλη σου τη ζωή», ανέφερε.
Τι είπε για ΟΠΕΚΕΠΕ και υποκλοπές
Στη συνέντευξή του, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος μίλησε και για τα δύο βαριά μέτωπα για την κυβέρνηση: τον ΟΠΕΚΕΠΕ και τις υποκλοπές. Για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, αναγνώρισε ότι υπάρχει σοβαρή πολιτική διάσταση, αλλά απέρριψε την εικόνα που, όπως είπε, επιχειρεί να παρουσιάσει η αντιπολίτευση. «Εδώ δεν μιλάμε για πολιτικούς που πιάστηκαν με τη γίδα στην πλάτη», ανέφερε, χρησιμοποιώντας χαρακτηριστική φράση.
Κατά τον Παύλο Μαρινάκη, η ουσιαστική λύση ήταν η μεταφορά του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ. «Έτσι πλέον δεν θα μπορεί κανένας μπαταχτσής να πάρει έστω και ένα ευρώ παραπάνω από αγροτική επιδότηση», είπε. Υποστήριξε ακόμη ότι η κυβέρνηση έστειλε 5.000 ΑΦΜ στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και ότι έγιναν παρεμβάσεις, έστω και αν δεν ήταν εξαρχής αρκετές.
Για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και το πόρισμα Τυχεροπούλου, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κράτησε θεσμικό τόνο, αλλά έθεσε ερωτήματα. Αναρωτήθηκε γιατί δεν περίμεναν, όπως είπε, «2-3 εβδομάδες» πριν σταλούν οι δικογραφίες στη Βουλή, ώστε να υπάρχει και η σχετική έκθεση μέσα στον φάκελο. «Δεν θα ήταν προτιμότερο πριν “κρεμαστούν” κάποιοι άνθρωποι στα μανταλάκια;» ανέφερε.
Στο θέμα των υποκλοπών, ο Παύλος Μαρινάκης επέμεινε στη γραμμή της κυβέρνησης περί σεβασμού των αποφάσεων της Δικαιοσύνης. Με αφορμή τη νέα παρέμβαση του Ταλ Ντίλιαν, τόνισε ότι η υπόθεση βρίσκεται στη Δικαιοσύνη και ότι οι κατηγορούμενοι μπορούν να πουν όσα έχουν να πουν ενώπιον του δικαστηρίου. «Έχουμε μια συνήθεια στη χώρα να μεταφέρουμε μια πολύ σοβαρή δουλειά που κάνει η Δικαιοσύνη σε τηλεοπτικό πάνελ, στη Βουλή ή οπουδήποτε αλλού», είπε, κάνοντας λόγο για επικίνδυνο φαινόμενο «τηλεδικών».
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επικαλέστηκε τα πορίσματα ανώτατων δικαστικών λειτουργών και υποστήριξε ότι η Δικαιοσύνη έχει αποφανθεί αρνητικά για σύνδεση κράτους, ΕΥΠ και παράνομων λογισμικών. «Εμείς αποδεχόμαστε ό,τι λέει η Δικαιοσύνη», είπε, προσθέτοντας ότι όσοι εκπροσωπούν την εκτελεστική ή τη νομοθετική εξουσία δεν μπορούν να υποκαθιστούν τους εισαγγελείς.
Παράλληλα, αναγνώρισε ότι η κυβέρνηση ανέλαβε πολιτική ευθύνη το 2022, υπενθυμίζοντας τις παραιτήσεις και τις νομοθετικές αλλαγές που ακολούθησαν. Ανέφερε, μεταξύ άλλων, την επαναφορά επίμαχων αδικημάτων σε κακουργηματικό επίπεδο και την προσθήκη φίλτρων στις νόμιμες επισυνδέσεις πολιτικών προσώπων.
«Το να κάνω εγώ τον εισαγγελέα δεν πρόκειται να το επιτρέψω ούτε στον εαυτό μου», είπε χαρακτηριστικά, συνοψίζοντας τη γραμμή άμυνας της κυβέρνησης: πολιτική απάντηση όπου υπάρχουν κυβερνητικές ευθύνες, αλλά όχι υποκατάσταση της Δικαιοσύνης.
Πηγή
















