Οι δυο φίλοι της 39χρονης που είχαν προσπαθήσει να την βγάλουν από το αδιέξοδο που ζούσε το Νοέμβριο του 2025, αποκλειστικά στο Live News.
Αποκλειστικές μαρτυρίες για το στυγερό έγκλημα
Μιλούν για πρώτη φορά για τα όσα είχαν συζητήσει μαζί της σε καφετέρια και την απόφασή τους να ενημερώσουν την αστυνομία. Τονίζουν πως αν και οι Αρχές έδειξαν ενδιαφέρον μετά την καταγγελία, εκείνη προτίμησε να σιωπήσει από τον φόβο που είχε φωλιάσει μέσα της.
Σχεδόν 7 μήνες πριν τη δολοφονία, οι δυο φίλοι της 39χρονης που είχαν ανησυχήσει από την εικόνα της, τη συναντούν και την κάνουν να τους μιλήσει.
«Έφτασε στα αυτιά μας ότι με το σύντροφό της δεν περνάει καλά, ότι τη χτυπάει και τα λοιπά. Οπότε πήρα το θάρρος εγώ, μαζί με μία μαθήτρια που την ήξερε πιο πολύ, την πιάσαμε μια μέρα, πήγαμε για καφέ κρυφά και αυτή άρχισε και μας έλεγε διάφορα σκηνικά που συμβαίνουνε στο σπίτι».
Από το μυαλό της 39χρονης περνούσαν στιγμές εφιαλτικές. Οι περιγραφές της οδηγούν τους φίλους της στην απόφαση να ενημερώσουν την αστυνομία.
«Και μας είχε πει ότι αν δείτε ότι δεν έρχομαι, δεν, δεν, δεν, πάει να πει ότι κάτι έχει γίνει. Έρχεται μια μέρα, λοιπόν, δεν έρχεται, η Βάσω, την παίρνανε τηλέφωνο, δεν σήκωνε τηλέφωνα, τίποτα. Και παίρνουμε εμείς πρωτοβουλία και παίρνουμε την αστυνομία και τους λέμε: ξέρουμε αυτά, και αυτά, και αυτά τα σκηνικά. Δεν το σηκώνει η κοπέλα, δεν έχει έρθει για μάθημα. Μένει εκεί. Η αστυνομία πήγε και μας πήρε μετά τηλέφωνο. Είπε η κοπέλα αρνήθηκε, δεν γινόταν τίποτα μες στο σπίτι. Άνοιξε η κοπέλα η Βάσω, χτυπημένη, εννοείται, και η αστυνομία μάς λέει: ”μην ανακατεύεστε γιατί θα μπλέξετε”».
Η 39χρονη αρνήθηκε μπροστά στους αστυνομικούς ότι ήταν θύμα κακοποίησης. Και αυτό όπως αποδείχθηκε ήταν ένα από τα μεγάλα λάθη, που άφησαν το πεδίο ελεύθερο, στον άντρα που τελικά ομολόγησε ότι τη σκότωσε.
«Γενικότερα, απ’ ό,τι είχαμε καταλάβει, δεν υπήρχε κάποια ιδιαίτερη στήριξη απ’ το περιβάλλον της. Και γι’ αυτό είχαμε πάρει την απόφαση εκείνο το βράδυ εμείς να κάνουμε κάποια καταγγελία. Απλά… έμεινε εκεί μάλλον. Γιατί, και αυτή φοβήθηκε, γιατί μόλις πήγε η αστυνομία στο σπίτι της, είπε ότι όλα είναι καλά».
Τα πάντα σήμερα ίσως να ήταν διαφορετικά αν η 39χρονη έλεγε όλη την αλήθεια στις Αρχές.
«Πέρναγε δύσκολα. Υπήρχε σίγουρα βία, δηλαδή τη χτυπούσε, την απειλούσε για τη ζωή της, ήτανε… πιστεύω, η ζήλια του είχε θολώσει τελείως το μυαλό. Ενώ δεν έπαιρνε νομίζω ιδιαίτερα δικαιώματα».
Μετά από εκείνη την επίσκεψη των αστυνομικών, ο 41χρονος πέρασε στην αντεπίθεση, όπως μας λένε οι δυο φίλοι της δολοφονημένης γυναίκας.
«Την καταγγελία την είχαμε κάνει 18 Νοεμβρίου. Η μέρα Τρίτη, αν θυμάμαι καλά, τώρα η κοπέλα που το κάναμε μαζί. Μετά από αυτό το σκηνικό λοιπόν, την επόμενη μέρα το πρωί, πήρε τηλέφωνο αυτός τη [απόκρυψη ονόματος] και της λέει: ”κανόνισε και μη χαλάσεις την εικόνα μου προς τα έξω, πρόσεχε”, της λέει, ”την έχεις…” της λέει, ”την έχεις βάψει”».
Ο 41χρονος απειλεί και προειδοποιεί τους δυο φίλους της γυναίκας του.
«Εμένα, αυτή είχε επικοινωνήσει μαζί μου την επόμενη μέρα μετά την καταγγελία. Γιατί έμαθε ότι είχα εμπλακεί κι εγώ, τέλος πάντων. Και μου έλεγε ότι με ποιο δικαίωμα της κάλεσα την αστυνομία, ότι δεν σεβάστηκα το ότι κοιμόντουσαν τα παιδιά της εκείνη την ώρα, και ότι θα μου κάνει μήνυση, και ότι αν του χαλάσω την εικόνα… θα με καταστρέψει».
Οι φίλοι της γνώριζαν την αλήθεια, υποψιάζονταν τα όσα συνέβαιναν καθημερινά στο σπίτι της αλλά ήταν πεπεισμένοι πως δεν μπορούσαν να δώσουν μόνοι τους τη λύση.
«Την απειλούσε, με το παραμικρό. Ότι ”αν μιλήσεις θα σε σκοτώσω, αν φύγεις θα σε σκοτώσω”. Δηλαδή και τελικά το έκανε, ας πούμε. Γι’ αυτό έχουμε σοκαριστεί σήμερα».
Η αντίστροφη μέτρηση για το έγκλημα, ξεκίνησε όπως πιστεύουν από τη στάση που κράτησε η 39χρονη όταν οι ίδιοι ενημέρωσαν την αστυνομία. Αν είχε αντιδράσει και είχε εξομολογηθεί τα όσα ζούσε στο σπίτι που είχε μετατραπεί σε κολαστήριο για την ίδια, ίσως σήμερα να ζούσε.
«Εγώ, στη Βάσω είχα πει, όταν πήγαμε για καφέ και μας εξομολογήθηκε όλα αυτά που είχαν γίνει, της είχα πει, της λέω ”αν θέλεις, τώρα, ή πιο οργανωμένα να πάμε σπίτι σου να πάρεις τα παιδιά, έχω σπίτι να σε στείλω, μπορούμε να σε εξαφανίσουμε”, της λέω. ”Θέλεις; Να εξαφανιστείς;” Φοβόταν πάρα πάρα πολύ να κάνει κίνηση αυτό το κορίτσι. Και το έλεγε από τότε, ότι θα τη σκοτώσει».
Τα μηνύματα που έστελνε η 39χρονη σε φίλο της – «Μου φαίνεται παράξενο να θέλει κάποιος να με βοηθήσει»
«Δεν έπαιρνε την απόφαση να φύγει» – Φίλη της 39χρονης στο Live News
Φίλη της 39χρονης λέει στην εκπομπή: «Πολλές φορές μου το έλεγε το συγκεκριμένο μήνυμα, ακριβώς έτσι. Μου έλεγε ότι ”δεν ξέρεις ακριβώς τι περνάω και δεν θέλω να σου λέω. Γιατί, όχι ότι δεν σε εμπιστεύομαι, αλλά δεν θέλω να με λυπάσαι”, μου λέει, ”και στεναχωριέμαι, δεν θέλω να τα κουβεντιάζω”. Αλλά δεν μπορείς να φανταστείς τι περνάω. Και ότι ήθελε να φύγει. Και ότι φοβάται, γι’ αυτό δεν φεύγει. Δεν ήταν ξύλο για κάτι που μπορεί να γινόταν σοβαρό. Ήταν κάτι σαν να παίρνεις ένα χάπι την ημέρα, κάπως έτσι. Τώρα το πόσο συχνά γινόταν… γινόταν αρκετά συχνά μου είχε πει.
»Η Βασιλική έψαχνε πολύ, δηλαδή, θα πήγαινε στο κέντρο (γυναικών) θα ρώταγε, θα ρώταγε κάποιο δικηγόρο. Ασχολιόταν δηλαδή να ξέρει όλες τις περιπτώσεις, τι μπορεί να κάνει… Αλλά παραπέρα δεν προχώραγε, να πάρει την απόφαση. Είχαν καλέσει από την αστυνομία ναι. Κι ότι αυτή μετά όμως ότι δεν παραδέχτηκε κάτι, γιατί φοβόταν τι θα γίνει, τι θα ακολουθήσει. Είχαν πάρει κάποιοι από τον χορό τηλέφωνο (την αστυνομία). Μου λέει ”εντάξει, δεν μπορούσα να παραδεχτώ”. ”Δεν μπορούσα να παραδεχτώ δηλαδή, ότι ”αυτά που είπαν αυτοί, ενώ είχαν δίκιο” μου λέει. ”Δεν μπορούσα να παραδεχτώ”», γιατί αυτή φοβόταν, γιατί και στην αστυνομία να πάει ότι αυτός θα τη βρει και ότι θα της κάνει κακό».
Οι αποκαλύψεις για τη δολοφονία της φίλης τους, επιβεβαίωσαν τους χειρότερους φόβους του. Αναρωτιούνται αν έκαναν όλα όσα μπορούσαν κι έπρεπε για να την σώσουν. Οι δικές τους μαρτυρίες φωτίζουν τώρα μια από τις αθέατες όψεις των δραματικών γεγονότων.
Βρέθηκε ψηφιακός δίσκος με ηχητικά αρχεία στο σπίτι της 39χρονης
Σύμφωνα με τον Βασίλη Λαμπρόπουλο, αστυνομικό συντάκτη των εφημερίδων «ΤΟ ΒΗΜΑ» και «ΤΑ ΝΕΑ», η αστυνομία έχει ανακαλύψει ένα ψηφιακό δίσκο με ηχητικά αρχεία στο σπίτι της οικογένειας.
Εξετάζεται αν ο 41χρονος είχε βάλει κοριό στο σπίτι τους.
Πηγή















