Η οργή, ο φόβος και τα αναπάντητα ερωτήματα εξακολουθούν να πλανώνται πάνω από το Απεσωκάρι Ηρακλείου, μετά την δολοφονική επίθεση στον πρόεδρο της κοινότητας, Αλέξανδρο Δασκαλάκη.

Για τους περισσότερους κατοίκους, ο 49χρονος οικογενειάρχης έπεσε θύμα μιας καλά οργανωμένης ενέργειας που συνδέεται με χρόνιες αντιπαραθέσεις στην περιοχή.

Κάτοικος του χωριού περιγράφει το κλίμα έντασης και φόβου που όπως υποστηρίζει, επικρατεί εδώ και χρόνια.

«Το πρόβλημα δεν ξεκίνησε τώρα. Υπήρχε από παλιά με τις περιουσίες μας. Προσπαθείς να φτιάξεις κάτι και βρίσκεσαι συνεχώς αντιμέτωπος με καταστάσεις που σε ξεπερνούν. Οι κτηνοτρόφοι κάνουν τη δουλειά τους αλλά δεν μπορούν να καταστρέφουν ξένες περιουσίες».

Όπως λέει, οι καταγγελίες προς τις αρμόδιες Αρχές ήταν συνεχείς, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

«Έχουμε κάνει πάρα πολλές συστάσεις και αναφορές. Έχουμε απευθυνθεί στην αστυνομία, αλλά ποτέ δεν βγάλαμε άκρη. Γιατί δεν ασχολούνται; Φοβούνται; Έχουν συγγενείς και δε θέλουν να το τραβήξουν; Δεν ξέρω τι να υποθέσω».

Τα λόγια του γίνονται ακόμη πιο βαριά.

«Αν πεις κάτι, συμβαίνουν περίεργα πράγματα. Ζούμε με τον φόβο. Πολλοί δεν εκφράζουν καν τη γνώμη τους γιατί φοβούνται ότι θα έχουν προβλήματα ή θα κάνουν ζημιές στις περιουσίες τους. Ο Αλέκος προσπαθούσε χρόνια να βοηθήσει τον κόσμο και να σταματήσει η καταπάτηση των περιουσιών. Και φτάσαμε σήμερα να μιλάμε για τον θάνατό του».

Στο «Τούνελ» η ιδιοκτήτρια του καφέ που τον είδε λίγο πριν πεθάνει

Η φίλη του Αλέξανδρου και ιδιοκτήτρια του καφέ από όπου πέρασε το μοιραίο πρωινό για να πάρει τον καφέ και το τοστ του εργάτη, θυμάται συζητήσεις που είχαν γίνει πολλές φορές μπροστά σε όλους.

«Ο Αλέκος είχε αναφέρει ότι αντιμετώπιζε προβλήματα. Τα συζητούσαν συχνά εδώ στο καφενείο. Ήταν γνωστό ότι υπήρχε θέμα με τα πρόβατα και τις περιουσίες. Προσπαθούσαν να βρουν λύσεις και είχαν απευθυνθεί και στην αστυνομία».

Η ίδια περιγράφει και την έρευνα του γαμπρού του.

«Ήρθε ο Μανώλης Προβιδάκης και μου είπε ότι είχε βρει κάποια πράγματα σε ένα χωράφι και ήθελε να δει αν τα αναγνωρίζω. Μου έδειξε την τσάντα, το ποτήρι του καφέ και κάποια ακόμη αντικείμενα».

Η λεπτομέρεια που την έκανε να βεβαιωθεί ήταν μία.

«Αναγνώρισα αμέσως τη σακούλα. Εκείνη την ημέρα είχαν τελειώσει οι συνηθισμένες και του είχα βάλει μια κόκκινη. Αυτό ήταν που με έκανε να είμαι σίγουρη ότι επρόκειτο για τα πράγματα που είχε πάρει εκείνο το πρωινό. Αν δεν είχα βάλει εκείνη την κόκκινη σακούλα, ίσως να μην μπορούσα ποτέ να το επιβεβαιώσω».

Ο σύζυγός της περιγράφει τον άνθρωπο που γνώριζε για χρόνια.

«Ο Αλέκος βοηθούσε από το πρωί μέχρι το βράδυ όποιον τον χρειαζόταν. Πολλά από όσα βλέπετε σήμερα στο χωριό έγιναν με δική του πρωτοβουλία. Προσωπικά με βοήθησε όταν ξεκινούσαμε το μαγαζί. Μου στάθηκε με κάθε τρόπο. Ήταν άνθρωπος που δεν περίμενε αντάλλαγμα από κανέναν».

«Δεν ήταν άνθρωπος των καβγάδων»

Για όσους τον γνώριζαν, η εμπλοκή του σε επεισόδιο φαντάζει αδιανόητη.

«Δεν ήταν άνθρωπος των καβγάδων. Ήταν ήρεμος, κοινωνικός, του άρεσε η παρέα. Αν κάτι τον ενοχλούσε, προτιμούσε να φύγει παρά να δημιουργήσει ένταση. Ήταν γνωστό ότι υπήρχαν προβλήματα με τους βοσκούς. Προσπαθούσε συνεχώς να βρει λύσεις σε όλα τα ζητήματα. Όποιος τον έπαιρνε τηλέφωνο για βοήθεια, δεν έλεγε ποτέ όχι».

Όπως αποκαλύπτουν οι μάρτυρες, οι καταγγελίες για καταπατήσεις είχαν φτάσει πολλές φορές στις Αρχές.

«Εμένα ο πατέρας μου είχε απευθυνθεί στην Αστυνομία και δεν έγινε τίποτα. Είχε μιλήσει και με τον Αλέκο καθώς ήταν πρόεδρος, αλλά πάλι δεν άλλαξε κάτι. Όλοι γνωρίζαμε ότι πάλευε σχεδόν μόνος του. Από την πρώτη στιγμή δεν πίστεψα ότι ήταν ατύχημα. Το μηχανάκι ήταν σχεδόν άθικτο. Κατάλαβα αμέσως ότι κάτι πολύ πιο σοβαρό είχε συμβεί».

Η Κωνσταντία Δημογλίδου για την υπόθεση του Αλέξανδρου Δασκαλάκη

Η ανακοίνωση της Διοικούσας Επιτροπής Πολιτιστικού Συλλόγου Απεσωκαρίου


Πηγή