Μετά από εννέα ολόκληρα χρόνια οι αναμνήσεις επιστρέφουν και φέρνουν μαζί τους τον ίδιο τρόμο. Πέντε κοπέλες, πέντε ανήλικα κορίτσια τότε, καταγγέλλουν ότι βίωσαν το φόβο και την απελπισία δίπλα σε έναν ιερέα, που εκείνες και οι οικογένειές τους εμπιστεύονταν με κλειστά μάτια.

Ήταν για όλους ο άνθρωπος του Θεού. Τον θεωρούσαν τον επίγειο θεό τους. Όμως για την 23χρονη σήμερα κοπέλα που μιλάει αποκλειστικά στις «Εξελίξεις Τώρα», το βασανιστήριο της ψυχής και του σώματός της ξεκίνησε το 2017, σε ένα ταξίδι.

«Εμένα ήταν η πρώτη μου φορά στο εξωτερικό και δεν είχαν έρθει οι γονείς μου, οπότε κάπως το στομάχι μου είχε κλείσει και δεν μπορούσα να φάω. Και ένα βράδυ τον μαθαίνω και ζητάει από τις κυρίες να με πάνε στο δωμάτιό του. Μένουμε λοιπόν οι δυο μας στο δωμάτιο. Μου λέει ναι, αυτός ήταν ξαπλωμένος. Μου λέει να ξαπλώσω κι εγώ δίπλα του και, να, για να με ευλογήσει, για να ανοίξει το στομάχι μου και να αρχίσω να τρώω. Ξαπλώνω λοιπόν δίπλα του και απλώς βάζει το χέρι του μέσα απ’ την μπλούζα μου και χαϊδεύει το στήθος μου και το κάνει αυτό για πάρα πολύ λίγο και μετά μου λέει εντάξει, σήκω τώρα».

Έξι μήνες μετά ο εφιάλτης ξανά χτυπά. Ένα τηλεφώνημα ήταν αρκετό.

«Με παίρνει τηλέφωνο σπίτι μου και μου είναι πολύ αυστηρό ύφος. Μου λέει έλα από δω να σου δώσω ξύλο. Γενικότερα υπήρχε αυτό το κλίμα του να μας μαλώνουν πάρα πολύ, οπότε και εγώ θεώρησα ότι κάτι έχω κάνει κακό και έπρεπε να πάω από εκεί να με μαλώσει. Οπότε πήγα πάρα πολύ φοβισμένη. Ήταν πολύ αυστηρός και μου ξαναλέει έλα να σου δώσω ξύλο. Μου ‘λεγε έλα πιο κοντά. Εγώ πολύ τρομοκρατημένη φτάνω πολύ κοντά του και με φιλάει στο στόμα και μετά αμέσως αλλάζει η έκφρασή του. Μου χαμογελάει και μου λέει αυτό ήταν το ξύλο που ήθελα να σου δώσω. Ήμουν παγωμένη, ήθελα να φύγω κατευθείαν, όμως φεύγοντας κλείνοντας την πόρτα μου λέει να ξανάρθεις να σου δώσω ξύλο».

Τα περιστατικά που διηγείται η 23χρονη κοπέλα στην κάμερα φρικιαστικά.

«Άρχισε να μου λέει ότι το να φοράμε σουτιέν δε χρειάζεται και να βγάζω το σουτιέν μου, να με χαϊδεύει, να μου ζητάει να βγάλω και την μπλούζα μου για να το βλέπει, να το χαϊδεύει και στη συνέχεια προχώρησε και στο κάτω εσώρουχο. Το χέρι του έβαζε μέσα, προσπαθούσε να με τρίψει. Εγώ εκείνη την ώρα θυμάμαι να θέλω να τσιρίξω και να μην μπορώ. Έφευγα και έβαζα τα κλάματα. Πολύ συχνά με καλούσε στο δωμάτιό του να του τρίψουμε τα πόδια και να του διαβάζουμε βιβλίο μαζί με μια άλλη φίλη μου. Και καμιά φορά έτριβε μία τα πόδια και είχε την άλλη πάνω και τη φίλη της. Ένιωθα πολύ φοβισμένη και ταυτόχρονα δεν καταλάβαινα ακριβώς τι συνέβαινε. Γιατί από τη μία το σώμα μου μου έλεγε ότι δε μου αρέσει αυτό που γίνεται, αλλά από την άλλη το κεφάλι μου μου έλεγε ότι αυτός είναι ένας άνθρωπος του Θεού, που όλοι γύρω μου τον θεωρούν πάρα πολύ καλό και πρέπει να κάνω ό,τι λέει».

Το καθεστώς στη συγκεκριμένη ενορία ήταν η σιωπή. Σύμφωνα με την καταγγέλλουσα, κανείς δε μιλούσε, ώσπου βρήκε φως.

«Δεν το είπα σε κανέναν και γενικότερα άργησα πολύ να μιλήσω για όλα αυτά. Κάποια στιγμή στην τρίτη γυμνασίου το συζήτησα με άλλες δύο φίλες μου. Τους είπα ότι εμένα με φίλησε στο στόμα και μου είπαν και εκείνες ότι τους φιλούσε στο στόμα. Αποφασίσαμε να πάμε να του το πούμε ότι αυτό που κάνει δε μας αρέσει καθόλου. Και εκείνος μας είπε ότι από τη στιγμή που δε μας αρέσει, ε, θα πρέπει να φύγουμε από την ενορία. Μάλιστα μας λέει να δω και τι θα πείτε στους γονείς σας που θα φύγετε. Στο μεταξύ εμάς ήταν οι οικογένειές μας, τα αδέρφια μας, οι φίλοι μας. Όλοι εκεί μέσα. Μόνο αυτό είχαμε γνωρίσει μέχρι τότε. Πήγαμε μία – μία και του είπαμε ότι τελικά δε θέλουμε να φύγουμε. Και εκείνος μας είπε ότι εντάξει, αλλά αφού θα μείνετε θα συνεχιστούν και όλα αυτά που σας κάνουν».

Σύμφωνα με την ίδια, υπήρχαν άτομα που γνώριζαν το πραγματικό πρόσωπο του ιερέα, αλλά δεν έκαναν τίποτα γι’ αυτό.

«Ή ήταν στο σπίτι του την ώρα που γινόντουσαν όλα αυτά, πολύ συχνά σε ένα σπίτι χωρίς ηχομόνωση, σε ένα σπίτι που πολλές φορές εκείνοι μας παίρναν τηλέφωνα και μας έλεγαν να πάμε. Κανονίζανε ποια κοπέλα θα πάει να του τρίψει τα πόδια, με ποια σειρά. Οπότε θεωρώ ότι είχαν καταλάβει ότι κάτι συνέβαινε».

Το μόνο που εύχεται πλέον είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη και να μην υπάρξει ποτέ ξανά κανένα παιδί ή οποιοσδήποτε άλλος άνθρωπος θύμα εκείνων που επιδιώκουν να καταστρέφουν ζωές.


Πηγή