Τα τελευταία επτά χρόνια ο Κυριάκος Μητσοτάκης μοιάζει να αναμετριέται κάθε καλοκαίρι με τις προηγούμενες διαβεβαιώσεις του. Η χώρα παραδίδεται ξανά στις φλόγες, ανθρώπινες ζωές χάνονται, περιουσίες καταστρέφονται και τεράστιες εκτάσεις φυσικού πλούτου γίνονται στάχτη από τις φωτιές, όμως από το πρωθυπουργικό επιτελείο εξακολουθεί να προβάλλεται η εικόνα ενός κρατικού μηχανισμού που βελτιώνεται διαρκώς.
Η κυβερνητική αφήγηση παραμένει σχεδόν αναλλοίωτη με τις ευθύνες να μοιράζονται στις ακραίες θερμοκρασίες, τους ισχυρούς ανέμους και σε συνθήκες που υπερβαίνουν τον ανθρώπινο σχεδιασμό και τις επιχειρησιακές δυνατότητες. Η κλιματική κρίση είναι ασφαλώς παρούσα και καθιστά τις φωτιές συχνότερες και πιο καταστροφικές. Δεν μπορεί, όμως, να λειτουργεί ως μόνιμο άλλοθι που βγάζει από το κάδρο τις πολιτικές επιλογές, την κατάσταση των πυροσβεστικών δυνάμεων, την πρόληψη, τη διαχείριση της καύσιμης ύλης και τη συνολική προετοιμασία της Πολιτικής Προστασίας.
Ακόμη περισσότερο όταν οι άνθρωποι που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή εξακολουθούν να καταγγέλλουν ελλείψεις, εξαντλητικές συνθήκες εργασίας και έναν σχεδιασμό που στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην εποχικότητα και την αυτοθυσία. Η συζήτηση για τους έμπειρους εποχικούς πυροσβέστες που μένουν εκτός προκηρύξεων εξαιτίας των ηλικιακών περιορισμών είναι χαρακτηριστική. Εργαζόμενοι απαραίτητοι στα πύρινα μέτωπα αντιμετωπίζονται ως αναλώσιμοι όταν σβήνουν οι κάμερες.
Παρέμβαση Τσίπρα χωρίς κραυγές, αλλά με σαφή προειδοποίηση
Μέσα σε αυτό το βαρύ κλίμα, ο πρόεδρος της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, Αλέξης Τσίπρας, επέλεξε να παρέμβει χωρίς να υιοθετήσει, στην παρούσα φάση, τη συνήθη μετωπική αντιπαράθεση. Το μήνυμά του είχε ως αφετηρία το πένθος και την αλληλεγγύη προς τις οικογένειες των ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους, αλλά περιείχε και μια καθαρή προειδοποίηση προς την κυβέρνηση. Η ώρα της λογοδοσίας μπορεί να μην είναι τώρα, αλλά θα έρθει.
«Όπου και να σταθούμε αυτές τις μέρες η Ελλάδα μας πληγώνει», ανέφερε ο πρώην πρωθυπουργός, περιγράφοντας όσα συμβαίνουν ως «μια τραγωδία ανθρώπινη, περιβαλλοντική, εθνική».
«Δεν είναι ώρα για ευθύνες, αλλά ούτε για δικαιολογίες»
Η πιο σαφής πολιτική αιχμή της παρέμβασής του βρίσκεται στην άρνηση της μοιρολατρικής αποδοχής μιας καταστροφής που παρουσιάζεται ως αναπόφευκτη συνέπεια της κλιματικής κρίσης: «Δεν πρέπει να δεχτούμε ότι αυτή η τραγωδία είναι η δραματική απάντηση στην κλιματική κρίση, τα φυσικά φαινόμενα, τις δυσκολίες που προκαλούν. Αλλά η δραματική ερώτηση. Τι μπορούμε και τι πρέπει να κάνουμε, τι θα πρέπει να αλλάξουμε, για να μη ζούμε κάθε χρόνο την επανάληψή της».
Ο Αλέξης Τσίπρας απέφυγε να ανοίξει τώρα τον κύκλο της κομματικής αντιπαράθεσης, χωρίς όμως να προσφέρει στην κυβέρνηση πολιτικό συγχωροχάρτι. «Δεν είναι η ώρα για την απόδοση των ευθυνών, αλλά ούτε και για δικαιολογίες», υπογράμμισε, χαράσσοντας τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον σεβασμό προς τους νεκρούς και στην κυβερνητική απόπειρα μετάθεσης κάθε ευθύνης στις καιρικές συνθήκες.
Από την αντιπολίτευση στην κυβερνητική αυτοδικαίωση
Η αναφορά του έχει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα και για έναν επιπλέον λόγο. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όταν βρισκόταν στην αντιπολίτευση, είχε επιλέξει να ασκήσει σκληρή πολιτική κριτική στην τότε κυβέρνηση για τη διαχείριση των πυρκαγιών και των ανθρώπινων απωλειών. Επτά χρόνια μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης, η Ν.Δ. καλείται να κριθεί με το ίδιο μέτρο: όχι μόνο για την επιχειρησιακή αντίδραση την ώρα της φωτιάς, αλλά κυρίως για όσα έγιναν ή δεν έγιναν πριν ξεσπάσει.
Πρώτα το πένθος, έπειτα η λογοδοσία
Ο πρόεδρος της ΕΛ.Α.Σ. έθεσε, πάντως, ως πρώτη προτεραιότητα τη συμπαράσταση στις οικογένειες των θυμάτων και στους ανθρώπους που συνεχίζουν να επιχειρούν: «Είναι ώρα που το πένθος για όσους έδωσαν τη ζωή τους στην αναμέτρηση με τις φλόγες γίνεται και δικό μας πένθος. Ώρα που στεκόμαστε κοντά στις οικογένειες των τεσσάρων Ελλήνων και του Δανού πιλότου, που έπεσαν στη δύσκολη μάχη. Κοντά στους πυροσβέστες και τους πολίτες που συνεχίζουν τη μάχη για λογαριασμό όλων μας».
Προς το παρόν, η μάχη με τις φλόγες προηγείται. Αμέσως μετά, όμως, θα πρέπει να ανοίξει χωρίς επικοινωνιακούς συμψηφισμούς η συζήτηση για την πρόληψη, τις υποδομές, τη στελέχωση και τις πολιτικές ευθύνες. Γιατί η κλιματική κρίση μπορεί να εξηγεί την ένταση του κινδύνου, δεν δικαιολογεί όμως ούτε την επανάληψη των ίδιων κενών ούτε μετατρέπει την κρατική ανεπάρκεια σε φυσικό φαινόμενο.
Πηγή















