Θεμέλιος λίθος της μεσογειακής διατροφής, το ελαιόλαδο είναι ευρέως γνωστό για τις ευεργετικές του ιδιότητες στην καρδιαγγειακή και συνολική υγεία. Πλέον, το επιστημονικό ενδιαφέρον στρέφεται και στη συμβολή του στον έλεγχο της όρεξης. Πρόσφατες μελέτες υποδεικνύουν ότι τα δραστικά συστατικά του ενδέχεται να επηρεάζουν τις ορμόνες του κορεσμού, παρατείνοντας το αίσθημα πληρότητας μετά το φαγητό.

Η όρεξη ελέγχεται από ένα πολύπλοκο σύστημα ορμονών

Η όρεξη ελέγχεται από ένα πολύπλοκο σύστημα ορμονών που στέλνουν σήματα στον οργανισμό για το πότε πεινάτε και πότε έχετε καταναλώσει αρκετή τροφή. Ορισμένες ορμόνες διεγείρουν την πείνα, ενώ άλλες προάγουν το αίσθημα πληρότητας. Μία από τις βασικές ορμόνες που σχετίζονται με την πείνα είναι η γκρελίνη, η οποία συχνά αποκαλείται και «ορμόνη της πείνας». Τα επίπεδά της αυξάνονται πριν από τα γεύματα και μειώνονται μετά το φαγητό. Άλλες ορμόνες, όπως το γλυκαγονόμορφο πεπτίδιο-1 (GLP-1) και το γλυκοζοεξαρτώμενο ινσουλινοτρόπο πολυπεπτίδιο (GIP), απελευθερώνονται από το πεπτικό σύστημα μετά το γεύμα και συμβάλλουν στην προώθηση του κορεσμού και του αισθήματος πληρότητας.

Γιατί το ελαϊκό οξύ μπορεί να έχει σημασία

Μεγάλο μέρος της επίδρασης που έχει το ελαιόλαδο στην όρεξη φαίνεται να σχετίζεται με το ελαϊκό οξύ, το κύριο μονοακόρεστο λιπαρό οξύ του ελαιολάδου. Κατά τη διάρκεια της πέψης, τα κύτταρα του εντέρου μετατρέπουν το ελαϊκό οξύ σε ολεϋλαιθανολαμίδιο (OEA). Το OEA λειτουργεί ως σήμα επικοινωνίας μεταξύ του πεπτικού συστήματος και του εγκεφάλου, προάγοντας το αίσθημα πληρότητας και συμβάλλοντας στη μείωση της πρόσληψης τροφής. Πολλά από τα διαθέσιμα στοιχεία για αυτόν τον μηχανισμό προέρχονται από μελέτες σε ζώα και απαιτείται περισσότερη έρευνα σε ανθρώπους, ώστε να κατανοηθεί καλύτερα ο αντίκτυπός του στις καθημερινές διατροφικές συνήθειες.

Πώς συγκρίνεται το ελαιόλαδο με άλλα λίπη

Οι ερευνητές εξακολουθούν να προσπαθούν να διαπιστώσουν εάν το ελαιόλαδο διαθέτει μοναδικές επιδράσεις στην όρεξη, πέρα από εκείνες που έχουν γενικότερα τα διατροφικά λίπη. Παράγοντες όπως η ποσότητα από το ελαιόλαδο που καταναλώνεται, η συνολική σύνθεση του γεύματος και οι ατομικές διαφορές στον μεταβολισμό μπορεί να επηρεάζουν το πόσο χορτάτο αισθάνεται ένα άτομο μετά το φαγητό.

Τα διατροφικά λίπη, γενικά, τείνουν να επιβραδύνουν την κένωση του στομάχου και να ενισχύουν το αίσθημα πληρότητας περισσότερο από τους επεξεργασμένους υδατάνθρακες. Το ελαιόλαδο περιέχει επίσης φυσικές φυτικές ενώσεις, γνωστές ως πολυφαινόλες, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο. Οι πολυφαινόλες είναι αντιοξειδωτικά που μπορούν να αλληλεπιδράσουν με το πεπτικό σύστημα και να επηρεάσουν την απελευθέρωση ορμονών που συμμετέχουν στη ρύθμιση της όρεξης και στον έλεγχο του σακχάρου στο αίμα. Ορισμένοι ερευνητές θεωρούν ότι οι ενώσεις αυτές ενδέχεται να συμβάλλουν και στο αίσθημα πληρότητας μετά το γεύμα. Ωστόσο, είναι δύσκολο να διαχωριστούν οι επιδράσεις τους από εκείνες του ίδιου του λίπους που περιέχει το ελαιόλαδο.

Άλλα υγιεινά λιπαρά, όπως εκείνα που βρίσκονται στους ξηρούς καρπούς, στους σπόρους, στο αβοκάντο και στα λιπαρά ψάρια, μπορούν επίσης να συμβάλουν στην ενίσχυση του αισθήματος πληρότητας. Αντί να εστιάζετε σε μία μόνο τροφή, συνιστάται γενικά να επιλέγετε μια ποικιλία πηγών υγιεινών λιπαρών στο πλαίσιο μιας ισορροπημένης διατροφής.

 


govastileto.gr