Επί μήνες ζητούσαν την εκταφή των παιδιών τους. Μία απεργία πείνας, πολιτικές αντιπαραθέσεις εντός και εκτός Βουλής και δημόσιες παρεμβάσεις. Γιατί όμως δεν προχωρούν οι εκταφές; Η κυβέρνηση επιρρίπτει την ευθύνη στους συγγενείς.
«Μην ξεχνάμε ότι η τελευταία μεγάλη απόπειρα να μην ξεκινήσει η δίκη ήταν η απεργία πείνας ενός ανθρώπου στο Σύνταγμα για τις εκταφές. Η Δικαιοσύνη βρήκε λύση και σε αυτό. Ρώτησε κανένας γιατί δεν προχωράνε οι εκταφές; Ο στόχος τους δεν ήταν αυτός. Δεν νοιάζονται από ένα σημείο και μετά», δήλωσε ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης.
Οι εξελίξεις
Στις 31 Αυγούστου οι τρεις Έλληνες καθηγητές Ιατρικής που είχαν διοριστεί πραγματογνώμονες του Δημοσίου για τις εκταφές στη Θεσσαλονίκη ενημερώνουν την εισαγγελία Πρωτοδικών Λάρισας πως βρέθηκε το κρατικό ινστιτούτο της Ολλανδίας που μπορεί να αναλάβει όλες τις εξετάσεις που ζητούν οι γονείς και παρήγγειλε η εισαγγελέας στις σορούς των θυμάτων των Τεμπών.
23 Σεπτεμβρίου 2026. Η Εισαγγελία Πρωτοδικών Λάρισας αντί αποδοχής ζητά διευκρινίσεις από τους τρεις καθηγητές πανεπιστήμιου της Ιατρικής Θεσσαλονίκης για το πώς κατέληξαν στο κρατικό εργαστήριο τοξικολογίας και ιατρικής της Ολλανδίας για να γίνει η έρευνα στις σορούς των Τεμπών.
Τα έγγραφα που έχουν στην κατοχή τους οι «Εξελίξεις Τώρα» αναφέρουν συγκεκριμένα ότι:
«Κατά το προηγηθέν χρονικό διάστημα ανταλλάξατε ‘πλήθος μηνυμάτων με το Ιατρικό Ινστιτούτο της Ολλανδίας’. Δεν προσδιορίζεται ωστόσο από ποια πηγή και με ποια διαδικασία εντοπίστηκε το συγκεκριμένο Ινστιτούτο ως κατάλληλο για τη διενέργεια των ζητούμενων εξετάσεων».
Για αυτόν τον λόγο η Εισαγγελία ζητά να διευκρινιστεί ποιος εντόπισε το εργαστήριο στην Ολλανδία και με ποια διαδικασία κρίθηκε κατάλληλο για τις εξετάσεις, αλλά και ποιος επικοινώνησε μαζί του, πότε και ποιο ήταν το ακριβές περιεχόμενο της επικοινωνίας.
Σε χρόνο ρεκόρ και μόλις πέντε μέρες μετά, δηλαδή στις 28 του ίδιου μήνα, οι πραγματογνώμονες απαντούν στην Εισαγγελία πρωτοδικών Λάρισας εξηγώντας ότι στην επίπονη και μακροχρόνια αναζήτηση για εργαστήριο, αρχικά απευθύνθηκαν στην Διεθνή Ένωση Δικαστικών Τοξικολόγων, αλλά και στο τοξικολογικό εργαστήριο του πανεπιστημίου της Ζυρίχης χωρίς να καταστεί δυνατή είτε η επικοινωνία είτε η λήψη θετικής απάντησης.
Στη συνέχεια, όπως επισημαίνουν προς στην Εισαγγελία, σε εργαστήριο της Γερμανίας και της Ολλανδίας, καταφέρνοντας τελικώς να πάρουν θετική απάντηση από το δεύτερο.
Στις 26/8/2026 είχαμε την καταληκτική απάντηση ότι με την προϋπόθεση ότι θα βρεθεί ο εγκεφαλικός ιστός, το κόστος θα είναι 393 ευρώ ανά ώρα.
Κομίζουν μάλιστα και όλη την αλληλογραφία που έχουν με τα εργαστήρια.
Στο τέλος της επιστολής τους αναφέρουν σε αυστηρό ύφος στην εισαγγελέα Παπαϊωάννου τα εξής:
«Αξιότιμη κα Εισαγγελεύ, το έγγραφο σας υπ΄ αριθμ. πρωτ. 3169/23-9-2026 δίνει την εντύπωση ότι έχει εμφιλοχωρήσει αμφιβολία ως προς τη διαφάνεια του τρόπου εργασίας μας, εντύπωση που ευχόμαστε να είναι λανθασμένη. (…) Αν μετά από τις ανωτέρω διευκρινίσεις οι φόβοι μας για αμφιβολίες προς το πρόσωπό μας από μέρους σας ευσταθούν, παρακαλούμε όπως προβείτε στην αντικατάστασή μας».
Στις 5 Οκτωβρίου, η εισαγγελέας επανέρχεται θέτοντας εκ νέου ερωτήματα, σαν να μην έχουν προηγηθεί οι αναλυτικές εξηγήσεις των πραγματογνωμόνων και η αλληλογραφία τους.
«Ειδικότερα, παρακαλούμε να προσδιορίσετε ποια άλλα εργαστήρια ή επιστημονικούς φορείς, στην ημεδαπή ή την αλλοδαπή, αναζητήσατε, εξετάσατε ή προσεγγίσατε στο πλαίσιο της σχετικής έρευνας, ποια συγκεκριμένα ερωτήματα απευθύνατε σε καθένα από αυτά, ποιες απαντήσεις λάβατε και βάσει ποιων συγκεκριμένων επιστημονικών και τεχνικών κριτηρίων καταλήξατε τελικώς στην επιλογή του ανωτέρω εργαστηρίου».
Η Εισαγγελία ζήτησε ακόμη να προσκομιστεί όλη η επικοινωνία με τα εργαστήρια του εξωτερικού. Οι πραγματογνώμονες, από την πλευρά τους, κατέθεσαν ολόκληρη την αλληλογραφία που είχαν ανταλλάξει μαζί τους.
Σε πολύ αυστηρό ύφος οι τρεις Έλληνες καθηγητές Ιατρικής απαντούν εκ νέου στις 9 Οκτωβρίου λέγοντας πως έκαναν τα δέοντα και πως είναι παράλογο η εισαγγελέας να ζητά από τους ίδιους να κρίνουν το έργο του εργαστηρίου της Ολλανδίας.
«Με το παρόν έγγραφο δηλώνουμε ρητά πως για κανένα από αυτά δεν μπορούμε να εγγυηθούμε ή να κρίνουμε την επιστημονική αρτιότητα. (…) Δεν είναι δυνατόν επιστημονικά να κρίνουμε ένα εργαστήριο για αναλύσεις που δεν διενεργούμε εμείς οι ίδιοι και για τεχνογνωσία που δεν διαθέτουμε. (…) Λυπούμαστε που δεν μπορούμε να βοηθήσουμε περαιτέρω. Παραμένουμε στη διάθεση σας».
Και ενώ τα έγγραφα πηγαινοέρχονται, οι διευκρινίσεις διαδέχονται η μία την άλλη και ο χρόνος περνά, οι εκταφές παραμένουν σε εκκρεμότητα, με τους συγγενείς να εξακολουθούν να ζητούν το αυτονόητο: απαντήσεις για τον θάνατο των ανθρώπων τους.
Πηγή
















