Χτισμένο κυριολεκτικά μέσα στο νερό, το Αιτωλικό δεν είναι μια συνηθισμένη κωμόπολη. Εκεί όπου κάποτε υπήρχαν λίγες μικρές νησίδες στη μέση της λιμνοθάλασσας, ενωμένες μεταξύ τους με ξύλινες γέφυρες από τους πρώτους ψαράδες κατοίκους, σήμερα αναπτύσσεται μια ολόκληρη «πολιτεία» με ξεχωριστή ταυτότητα.

Το Αιτωλικό, γνωστό και ως η «μικρή Βενετία της Ελλάδας», αποτελεί δημοτική ενότητα του Δήμου Ιερής Πόλης Μεσολογγίου και αριθμεί 5.349 κατοίκους. Βρίσκεται περίπου δέκα χιλιόμετρα βορειοδυτικά του Μεσολογγίου και είναι χτισμένο πάνω σε ένα χαμηλό νησί στο κέντρο της λιμνοθάλασσας Αιτωλικού – Μεσολογγίου. Η σύνδεσή του με την ηπειρωτική γη επιτυγχάνεται μέσω δύο πέτρινων τοξωτών γεφυριών, ανατολικά και δυτικά, μήκους περίπου 300 μέτρων το καθένα.

Τα γεφύρια που εξυπηρετούν σήμερα την κυκλοφορία οχημάτων και πεζών κατασκευάστηκαν την περίοδο 1882-1885, επεκτείνοντας παλαιότερες πέτρινες γέφυρες του 1848, έργο του τότε δημάρχου Κωνσταντάκη Κουρκουμελή. Ο ιστορικός Δήμος Αιτωλικού καταργήθηκε το 2010 με τη διοικητική μεταρρύθμιση «Καλλικράτης», και η περιοχή εντάχθηκε στον νέο Δήμο Μεσολογγίου.

Η λιμνοθάλασσα Αιτωλικού – Μεσολογγίου αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ψαρότοπους της χώρας και τμήμα ενός εκτεταμένου υγροτοπικού συστήματος που εκτείνεται από τις εκβολές του Ευήνου έως εκείνες του Αχελώου. Πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους και πιο πολύτιμους υγροβιότοπους της Ευρώπης. Για αιώνες υπήρξε βασική πηγή πλούτου για το Αιτωλικό και το Μεσολόγγι, με το πρώτο να έχει αναπτυχθεί μέσα στην «καρδιά» της λιμνοθάλασσας, αρκετούς αιώνες πριν από το Μεσολόγγι.

Η «μικρή Βενετία» της Ελλάδας με τα πέτρινα τοξωτά γεφύρια και τη μεγάλη ναυτική ιστορία

Στα νερά της αφθονούσαν είδη όπως η τσιπούρα και ο κέφαλος, από το θηλυκό του οποίου – τη «μπάφα» – παράγεται το περίφημο «αυγοτάραχο Μεσολογγίου». Μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες, η πλειονότητα των κατοίκων ασχολούνταν με την αλιεία, είτε ως ιχθυοτρόφοι – διαχειριζόμενοι επτά ιχθυοτροφεία της λιμνοθάλασσας κατόπιν μίσθωσης από το Δημόσιο – είτε ως ελεύθεροι ψαράδες.

Η ναυτική παράδοση του Αιτωλικού υπήρξε επίσης αξιοσημείωτη. Μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, διέθετε στόλο περίπου 35 ποντοπόρων εμπορικών πλοίων, πέραν μικρότερων σκαφών. Δεν είναι τυχαίο ότι στον Πειραιά υπάρχει οδός με την ονομασία «Αιτωλικού». Σε έκθεση του 1764, ο Βενετός υποπρόξενος Λάππος κατέγραψε 29 πλοία του Αιτωλικού, αναφέροντας ονόματα πλοιάρχων, χωρητικότητα και τόπο ναυπήγησης.

Ο εμπορικός αυτός στόλος καταστράφηκε κατά τα Ορλωφικά από τον πειρατικό στόλο των Δουλτσινιωτών, ενώ μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν αξιοποιήθηκαν οι κρατικές ευκαιρίες ανανέωσης, οδηγώντας στη σταδιακή απώλεια της ναυτιλιακής παρουσίας της πόλης. Παράλληλα, η εκτεταμένη αποξήρανση και υποβάθμιση της λιμνοθάλασσας τη δεκαετία του 1970 – που έφτασε περίπου στο 50% της έκτασής της – συνέβαλε στη μείωση της αλιευτικής δραστηριότητας και των ιχθυοαποθεμάτων. Σήμερα αρκετοί κάτοικοι ασχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, αξιοποιώντας τον εύφορο κάμπο, ενώ άλλοι δραστηριοποιούνται στο εμπόριο και στις υπηρεσίες.

Το Αιτωλικό περιβάλλεται από ένα μοναδικό οικοσύστημα υγροτόπων, όπου καταγράφονται πάνω από 250 είδη πουλιών, πολλά εκ των οποίων σπάνια ή απειλούμενα. Ολόκληρη η περιοχή προστατεύεται από τη διεθνή σύμβαση Ραμσάρ και άλλες διεθνείς συμφωνίες για τη διατήρηση των υγροτόπων.

Σύμφωνα με την ιστορική αφήγηση του Ανδρέα Δημητρίου, στο κέντρο της λιμνοθάλασσας υπήρχαν αρχικά τέσσερα ή πέντε πολύ μικρά νησάκια, που τον χειμώνα συχνά καλύπτονταν από το νερό. Οι πρώτοι κάτοικοι, πιθανότατα ψαράδες, τα ένωσαν με ξύλινα γεφυράκια και με συνεχείς επιχωματώσεις δημιούργησαν ένα ενιαίο, ακανόνιστου σχήματος νησί διαμέτρου περίπου 300 μέτρων, ελάχιστα υψηλότερο από την επιφάνεια της θάλασσας. Τα νερά εισχωρούσαν συχνά στο εσωτερικό του, ιδιαίτερα τον χειμώνα, στοιχείο που δικαιολογεί την ονομασία «Μικρή Βενετία».

Οι επιχωματώσεις συνεχίστηκαν με την πάροδο των ετών, μεταβάλλοντας σταδιακά την έκταση του νησιού. Η πιο εκτεταμένη παρέμβαση πραγματοποιήθηκε το 1969 από το Δημόσιο, με μεγάλες προσχώσεις στα βόρεια και νότια. Στο βόρειο τμήμα, όπου τα θεμέλια των σπιτιών ακουμπούσαν στο νερό και σχηματίζονταν μικροί όρμοι και κανάλια – μια «νερένια δαντέλα» όπου έδεναν οι γαΐτες των ψαράδων – δημιουργήθηκαν νέες οικοπεδικές εκτάσεις, παράλληλοι δρόμοι και παραλιακή ζώνη. Αντίστοιχα, προς νότο, η ρηχή λιμνοθάλασσα διευκόλυνε τις προσχώσεις, δίνοντας στο νησί πιο τετραγωνισμένη μορφή.

Παρά τις αλλαγές, το Αιτωλικό εξακολουθεί να ξεχωρίζει για τη θέση και την ομορφιά του, διατηρώντας σε μεγάλο βαθμό τη γραφικότητα και την αίσθηση μιας «Νερένιας Πολιτείας» μέσα στη λιμνοθάλασσα.

protothema.gr



agrinio24.gr