Η μπάλα παίζεται παντού
Για τις πινακίδες απαγόρευσης στις πλατείες του Αγρινίου και τον δημόσιο χώρο που χάνουμε. Μια πινακίδα δεν λύνει τίποτα.
Ας ξεκινήσουμε από μια παραδοχή: σε μια πόλη που δεν καταφέρνει ούτε να κρατήσει ούτε να προσελκύσει νεολαία, τα παιδιά είναι από τις λίγες κοινωνικές ομάδες (και η πιο σημαντική) που δίνουν ζωή και ζωντάνια στο Αγρίνιο. Κι όμως, το τελευταίο διάστημα γίνεται αρκετή κουβέντα σχετικά με το αν θα πρέπει να απαγορευτεί το ποδόσφαιρο, δηλαδή το παιχνίδι, στην κεντρική πλατεία της πόλης. Η Κοινότητα Αγρινίου, μετά από εισήγηση της Δημοτικής Αστυνομίας και του αρμόδιου αντιδημάρχου Λάμπρου Σκουφή, με τη στήριξη του προέδρου της, Κώστα Μποκώρου, και ύστερα από τα παράπονα καταστηματαρχών και δημοτών, αποφάσισε να μπουν πινακίδες που ουσιαστικά απαγορεύουν το ποδόσφαιρο στην πλατεία Δημοκρατίας, ενώ στις 30 Οκτωβρίου την απόφαση ενέκρινε και το Δημοτικό Συμβούλιο.
Να ξεκαθαρίσουμε από την αρχή ότι για εμάς πρόκειται για μια άκρως αντιδραστική απόφαση και τίποτα άλλο, στη λογική «πονάει δάχτυλο, κόβω χέρι». Ναι, μια μπάλα μπορεί να χτυπήσει έναν άνθρωπο και αυτό δεν είναι καθόλου ευχάριστο για τον ίδιο ή την ίδια. Όμως, χωρίς να εξεταστούν εναλλακτικές λύσεις, χωρίς να ανοίξει στην τοπική κοινωνία μια κουβέντα για το τι είναι και τι δεν είναι δημόσιος χώρος, για το πώς θα μπορούσαμε να σχεδιάσουμε τα πάρκα και τις πλατείες και να δημιουργήσουμε χώρους παιχνιδιού και έκφρασης για τα παιδιά, η δημοτική αρχή νομίζει ότι με μια πινακίδα θα λύσει το πρόβλημα.
Πολύ συχνά ακούγεται ότι η πλατεία δεν είναι για μπάλα και ότι τα παιδιά πρέπει να πάνε αλλού αν θέλουν να παίξουν. Έχουμε, όμως, σκεφτεί σοβαρά ως τοπική κοινωνία ποιο είναι αυτό το «αλλού»; Για να μη γελιόμαστε, μια πινακίδα δεν θα λύσει κανένα πρόβλημα, απλώς θα το βάλει κάτω από το χαλί.
Τι είναι για εμάς ο δημόσιος χώρος;
Ο δημόσιος χώρος είναι το κοινό έδαφος που είναι φτιαγμένο για να εξυπηρετεί την καθημερινότητα όλων, χωρίς αντίτιμο. Αποτελείται τόσο από τον «εσωτερικό» αστικό χώρο της πόλης όσο και από το «εξωτερικό» φυσικό περιβάλλον. Δεν εξαντλείται σε έναν γεωγραφικό τόπο, αλλά προσδιορίζεται κυρίως από τις ανθρώπινες, διαπροσωπικές σχέσεις που αναπτύσσονται μέσα σε αυτόν και τον καθορίζουν.
Ήδη από το 1968, ο Ανρί Λεφέβρ μιλούσε για το «δικαίωμα στην πόλη»: την πόλη δεν πρέπει να την ορίζουν μόνο η αγορά και η εμπορευματοποίηση, αλλά οι άνθρωποι που ζουν σε αυτήν και τη διαμορφώνουν. Ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ το συμπλήρωσε: είναι το δικαίωμα να αλλάζουμε τους εαυτούς μας αλλάζοντας την πόλη, ένα δικαίωμα συλλογικό και όχι ατομικό. Σε μια τέτοια πόλη, τα παιδιά δεν είναι επισκέπτες που ανεχόμαστε, αλλά κάτοικοι με ίσο δικαίωμα.
Στις σύγχρονες πόλεις της χώρας μας δεν χάθηκαν μόνο οι αλάνες. Μέρα με τη μέρα χάνεται όλο και περισσότερο η ίδια η έννοια του δημόσιου χώρου και κυριαρχεί ολοένα περισσότερο η λογική πως ό,τι δεν αποφέρει κέρδος ενοχλεί.
Πού θα παίξουν τα παιδιά;
Και τώρα πάμε στο επίδικο. Αν ένας γονιός θέλει να κατέβει στο κέντρο με το παιδί του ή αν μια οικογένεια μένει στο κέντρο, πού μπορούν να παίξουν τα παιδιά; Μήπως έχουμε πολλά πάρκα στο κέντρο της πόλης; Μήπως έχουμε μεριμνήσει να υπάρχουν παιδότοποι στο κέντρο; Ή, για να φύγουμε κι από το κέντρο, μήπως έχουμε πολλά γηπεδάκια που να είναι λειτουργικά; Μήπως έχει ολοκληρωθεί το Πάρκο; Μήπως έχουμε ένα στάδιο πλήρως λειτουργικό; Μήπως στις γειτονιές έχουμε φροντίσει να φτιάξουμε χώρους αναψυχής και να αναδιαμορφώσουμε τις πλατείες;
Για εμάς αυτό είναι το πρόβλημα και όχι το αν τα παιδιά παίζουν μπάλα στην πλατεία. Ας ξεκινήσουμε από αυτό κι ας δούμε μετά αν και πόσο ενοχλούν τα παιδιά. Από τη μία λέμε να ξεκολλήσουμε τα παιδιά από τις οθόνες και από την άλλη δεν έχουμε τίποτα να τους προσφέρουμε. Και απαντήστε μας: τι παιχνίδια θα μπορούν να παίζουν τα παιδιά στις πλατείες; Να ξέρουμε, μήπως χρειαστεί να βάλουμε κι άλλη πινακίδα.
Ξέρουμε ότι αυτά δεν λύνονται εύκολα, όμως οι εξαιρέσεις είναι ελάχιστες. Αυτό που σίγουρα υπάρχει, όμως, είναι η έλλειψη οράματος για μια σύγχρονη πόλη με έμφαση στον δημόσιο χώρο. Δυστυχώς, κυριαρχούν οι αρπαχτές και η έλλειψη αισθητικής: από τα επιδαπέδια σιντριβάνια μέχρι τα 3,5 εκατομμύρια ευρώ για το ρέμα του Λυκοραχίτη στον Άγιο Θωμά, που το πνίξαμε στο τσιμέντο.
Και ας πούμε, τελικά, ότι μπαίνει η πινακίδα: πώς θα εφαρμοστεί αυτό το μέτρο; Θα πιάνει η Δημοτική Αστυνομία το παιδί και θα το ρωτάει επιτακτικά «πού είναι και ποιοι είναι οι γονείς σου;» κι εκείνο θα απαντάει από φόβο; Εκεί ποντάρετε; Ή θα κάνουν γύρα στα τραπέζια των μαγαζιών, ρωτώντας τίνος είναι τα παιδιά που παίζουν μπάλα;
Ειπώθηκε στο Δημοτικό Συμβούλιο ότι η Δημοτική Αστυνομία πήγε με ευγενικό τρόπο και είπε στα παιδιά ότι δεν μπορούν να παίξουν. Αλήθεια, πόσο ευγενικό είναι να λες σε ένα παιδί ότι δεν μπορεί να παίξει; Ή μήπως στοχεύετε να επιβάλετε ένα-δυο πρόστιμα, ώστε να συμμορφωθεί μετά όλη η κοινωνία από φόβο; Ή απλώς θέλετε να βάλετε την πινακίδα για να πείτε ότι κάνατε το καθήκον σας και μετά, όπως συνηθίζει και η κυβέρνηση, να επικαλεστείτε την «ατομική ευθύνη»: φταίτε εσείς, οι κακοί γονείς, που δεν μάθατε στα παιδιά σας να παίζουν όπως πρέπει;
Ξέρουμε ότι ένα κομμάτι της πόλης θα πει «καλά έκαναν». Είναι το γνώριμο αντανακλαστικό να ζητάμε σε κάθε πρόβλημα μια απαγόρευση, ένα πρόστιμο, λίγη περισσότερη αστυνόμευση και να νιώθουμε ότι κάτι έγινε. Όμως η απαγόρευση είναι ο εύκολος δρόμος, όχι η λύση. Λύσεις και ιδέες υπάρχουν και δεν χρειάζεται να τις εφεύρουμε. Αρκεί να θέλουμε να τις δούμε και να σκεφτούμε με όρους σύγχρονης αρχιτεκτονικής και διαμόρφωσης του αστικού ιστού.
Τι λέει ο νόμος και τα νούμερα
Η δημοτική αρχή, όντας αντιδραστική, επικαλέστηκε μια αστυνομική διάταξη του 1996, που απαγορεύει τα θορυβώδη παιχνίδια σε κοινόχρηστους χώρους. Αν θέλετε, με την ίδια λογική μπορούμε κι εμείς να επικαλεστούμε το άρθρο 31 της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού, που κατοχυρώνει το δικαίωμα στο παιχνίδι και την οποία η Ελλάδα έχει κυρώσει με τον Ν. 2101/1992.
Η Επιτροπή του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού επισημαίνει, μάλιστα, ότι ένα από τα εμπόδια στο παιχνίδι είναι ακριβώς αυτό: ότι τα παιδιά συχνά δεν είναι ευπρόσδεκτα στους δημόσιους χώρους. Γι’ αυτό ζητά από τις αρχές να προστατεύουν το δικαίωμά τους να παίζουν, όχι να το περιορίζουν. Με άλλα λόγια, ο Δήμος θυμήθηκε μια τοπική διάταξη του 1996, αλλά ξέχασε ότι η ίδια η χώρα έχει δεσμευτεί από το 1992 να προστατεύει το παιχνίδι των παιδιών.
Σε όλα τα παραπάνω να προσθέσουμε ότι μόνο η κεντρική πλατεία είναι περίπου 5.500 τ.μ. και μαζί με όλους τους πεζοδρόμους και τις πλατείες του κέντρου φτάνουμε περίπου τα 20.000 τ.μ. για πεζούς. Και θέλετε να μας πείτε ότι σε όλο αυτόν τον χώρο η μόνη ιδέα που επικράτησε για τα παιδιά (κι αυτή ελλιπής) ήταν η μικρή πλατεία «πίσω Κούρου», όπως τη λέμε, φτιαγμένη τελείως πρόχειρα, με τσιμέντα να προεξέχουν και χώματα που, μόλις βρέξει, πάνε βόλτα; Δεν μπορούσε, αλήθεια, να βρεθεί πουθενά ένας χώρος 300 έως 600 τ.μ., όσο δηλαδή χρειάζεται ένα μικρό γηπεδάκι;
Ας μην ξεχνάμε πώς είναι να είσαι παιδί
Σε πόλεις όπου η έννοια του δημόσιου χώρου χάνεται, εμείς θα συνεχίσουμε να παλεύουμε γι’ αυτόν. Θέλουμε οι μπάλες και οι φωνές των παιδιών να ακούγονται στους δρόμους και στις πλατείες. Καλούμε τη δημοτική αρχή να μην τοποθετήσει τις πινακίδες, να ξανασκεφτεί την απόφασή της και να ανοίξει μια πραγματική συζήτηση για τον δημόσιο χώρο, με τα παιδιά, τους γονείς και τη γειτονιά.
Αλλιώς, θα μας βλέπετε εμάς τους ίδιους, μαζί με τα παιδιά, να παίζουμε μπάλα στην πλατεία. Γιατί η μπάλα παίζεται στους δρόμους, στις γειτονιές, στις πλατείες, στις αλάνες και μετά στα γήπεδα.
Ας αναλογιστούμε πρώτα τις δικές μας ευθύνες για το ότι τα παιδιά σήμερα ψάχνουν χώρο στις σύγχρονες πόλεις κι ας τα αφήσουμε, για την ώρα, να παίξουν. Ας θυμηθούμε κι εμείς πώς προσπαθούσαμε να διεκδικήσουμε χώρο για παιχνίδι.
Γιατί, όπως γράφουν τα παιδιά στην πινακίδα τους, σε ένα σκίτσο του Ιταλού παιδαγωγού Φραντσέσκο Τονούτσι από το βιβλίο του «Η πόλη των παιδιών»:
«Συγγνώμη για την ενόχληση, παίζουμε για εσάς».
agrinio24.gr
















