Η συνταγογράφηση φαρμάκων που βρέθηκε στο σπίτι του δολοφόνου και αυτόχειρα της Δράμας, φωτίζει άγνωστες πτυχές των δραματικών γεγονότων πριν το έγκλημα και προσθέτει ερωτήματα για την κατάσταση του 50χρονου αστυνομικού που έβαψε τα χέρια του με αίμα, για τα όσα διαπίστωσαν ο ψυχολόγος και ο ψυχίατρος που τον εξέτασαν και τα όσα συνέβαιναν τόσο πίσω από τις κλειστές πόρτες του σπιτιού όσο και στην υπηρεσία του.
Το «Live News» ανοίγει τον φάκελο της ψυχολογικής υποστήριξης και ψυχιατρικής παρακολούθησης του 50χρονου, που τελικά σκότωσε με μαχαίρι την 45χρονη μητέρα των παιδιών τους και στη συνέχεια αυτοκτόνησε με το υπηρεσιακό του όπλο.
Οι επισκέψεις σε ψυχολόγο & ψυχίατρο δράστη και θύματος
Τον περασμένο Μάρτιο ο 50χρονος επισκέφθηκε στρατιωτικό ψυχολόγο της Αστυνομίας στο ιδιωτικό ιατρείο του και μετά από δύο συναντήσεις εκείνος τους παρέπεμψε σε ψυχίατρο. Ο γιατρός του συνταγογράφησε φάρμακα, χωρίς όμως να είναι ξεκάθαρο αν ο δράστης και αυτόχειρας τα έπαιρνε.
«Ο ψυχολόγος της ΕΛ.ΑΣ. στον οποίον απευθύνθηκαν ιδιωτικά τα συγκεκριμένα πρόσωπα, δεν αντέδρασε, όπως λένε οι αστυνομικοί, σωστά και αποφάσισε να κινηθεί απολύτως ιδιωτικά και δεν υπήρξε καμία ενημέρωση των Αρχών. Είναι ένας ψυχολόγος της ΕΛ.ΑΣ. ο οποίος εντάχθηκε τον Ιούνιο του ’24», αναφέρει για το θέμα ο Βασίλης Λαμπρόπουλος.
Ο ψυχολόγος είχε διακρίνει έντονο στρες και κρίσεις πανικού στον 50χρονο. Θεώρησε πως δεν έπρεπε να ενημερώσει την Αστυνομία. Έκρινε πως ήταν σε θέση να συνεχίσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο Σώμα.
«Δεν διέκρινα κάτι ανησυχητικό για να ενημερώσω την υπηρεσία. Είδα έναν άνθρωπο που προσπαθούσε να περάσει πιο ήπια τον χωρισμό του και ήθελε να το διαχειριστεί. Περνούσε μία αγχώδη προσωρινή κατάσταση λόγω του χωρισμού. Τον παρέπεμψα σε ιδιώτη ψυχίατρο. Τον είχα δει μόνο 2 φορές».
Άτομα από το περιβάλλον δράστη και θύματος αναφέρουν πως οι δυο τους είχαν επισκεφθεί μαζί ψυχολόγο. Κατ΄ ιδίαν συναντήσεις με ψυχίατρο είχε κάνει και η δολοφονημένη γυναίκα. Οι δικές της συνεδρίες ξεκίνησαν τον περασμένο Φεβρουάριο. Όπως προκύπτει από μαρτυρίες στενών συγγενών και φίλων της οικογένειας, οι εντάσεις στο σπίτι όχι μόνο δεν είχαν σταματήσει αλλά φαίνεται πως είχαν αρχίσει να πυκνώνουν επικίνδυνα.
Ο ψυχολόγος που την παρακολουθούσε διαδικτυακά, επισημαίνει:
«Κάναμε μερικές συνεδρίες μαζί. Είμαι συμβουλευτικός ψυχολόγος. Έπαθα σοκ. Λίγους μήνες την έβλεπα, από τον Φλεβάρη. Κάθε εβδομάδα σχεδόν κάναμε. Κάποιες φορές, το τελευταίο διάστημα και κάθε δύο εβδομάδες. Ο άνθρωπος δεν ήταν σωστός απέναντί της. Στην αρχή έμεναν μαζί για κάποιο διάστημα. Μετά το δέχτηκε ο ίδιος και ο ίδιος έφυγε. Εγώ πίστευα κιόλας ότι δεν θα έφευγε από το σπίτι και της πρότεινα της ίδιας να πάει αλλού. Αν είναι ‘βρες εσύ σπίτι και πήγαινε αλλού’. Δηλαδή μην περιμένεις, ας πούμε, δεν νομίζω να φύγει με τέτοια συμπεριφορά. Φαινόταν η χειριστικότητα του ανθρώπου. Πήρε τα πράγματά του, πήγε στη μάνα του. Έβριζε, την υποτιμούσε. Δεν υπήρχε η κοπέλα στην σχέση. Ερχότανε, από ό,τι μου ανέφερε η ίδια, πού και πού, για να βλέπει τον γιο τους, 17 ετών. Έβρισκε διάφορες δικαιολογίες για να έρχεται στο σπίτι. Αυτή ήθελε να φεύγει από το σπίτι όταν ερχόταν αυτός. Όταν την είδα τελευταία φορά μου είπε ότι ήρθε στο σπίτι. Δεν ήταν πολύ καλά αυτός. Της έλεγε, τέλος πάντων, την παρακαλούσε να τον ξαναδεχτεί στο σπίτι. (…) Ότι δεν αντέχει μακριά της. Και να το ξανασκεφτεί, γιατί δεν μπορεί μακριά της. Τα κλασικά που ακούμε συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις».
«Πήγανε δύο φορές σε δύο ξεχωριστούς ψυχιάτρους. Μία κοπέλα στην Δράμα και στη Θεσσαλονίκη. Αυτός την παρακάλεσε να έρθει μαζί του. Τον έναν ψυχίατρο από ό,τι μου είπε, τους τον συνέστησε κάποια γνωστή τους. Ξέρω η ίδια ότι πήγαινε σε ένα μοναστήρι στην Δράμα για να προσκυνήσει και να ανάψει κεράκι».
Ο ίδιος συμπληρώνει:
«Υπήρχαν πολλά προβλήματα στην οικογένεια, μεταξύ τους. Εγώ της είχα πει, γιατί μου ανέφερε ότι υπήρχαν έτσι κάποιες απειλές από μέρους του το τελευταίο διάστημα που είχε φύγει από το σπίτι ο ίδιος, της είπα να ενημερώσει την Αστυνομία. Μου είπε ότι το έκανε. Μου είπε ότι είχε ενημερώσει ήδη την Αστυνομία η κοπέλα».
«Την είχε ενημερώσει ήδη (την υπηρεσία της) μου είχε πει στην τελευταία συνεδρία που κάναμε. Ότι ενημέρωσε και ανέφερε ότι υπήρχε πρόβλημα με κάποιες απειλές. Της είπα να αλλάξει κλειδαριές στο σπίτι. Της είπα να πάρει τα μέτρα της. Να μιλήσει με δικηγόρο. Ήταν έντονες οι καταστάσεις, δεν άντεχε. Κατάφερε κι έφυγε από το σπίτι. Ηρέμησε, χαλάρωσε μετά ερχόταν έτσι κάποιες φορές να δει τον μικρό. Την προέτρεψα κι εγώ, γιατί μου είχε πει ότι τα ανέφερε αυτά στην Αστυνομία. Μου είπε ότι ζήτησε από την Αστυνομία μία φορά να της κάνουν μετάθεση και της είπα μετά ξανά, την τελευταία φορά που τον είδε και ήταν έτσι πιο έντονος ‘να πας να τους τα πεις, ρε παιδί μου, να ζητήσεις. Τώρα με αυτά που τους είπες, τέλος πάντων, ότι υπάρχουν απειλές και λοιπά μήπως τώρα σε διώξουν. Σε στείλουν αλλού, για κάποιο διάστημα, να χαλαρώσουν τα πράγματα’ γιατί σε τέτοιους έντονους χωρισμούς χρειάζεται απόσταση».
Συγγενής της δολοφονημένης γυναίκας υποστηρίζει πως πριν από περίπου δύο εβδομάδες ο 50χρονος είχε απειλήσει την 45χρονη με το υπηρεσιακό του όπλο. Η αστυνομικός δεν υπέβαλε μήνυση και δεν ενημέρωσε επίσημα την υπηρεσία της. Όπως αναφέρουν συνάδελφοί της, πιθανόν απέφυγε την καταγγελία για να προστατεύσει τόσο τα δύο παιδιά της από πιθανές διαρροές όσο και την καριέρα του συζύγου της στο Σώμα.
Ακολουθούσε τη φαρμακευτική αγωγή ο 50χρονος αστυνομικός; Υπήρχαν άτομα που είχαν αντιληφθεί τις προθέσεις του και προτίμησαν να σιωπήσουν; Τι ακριβώς συνέβαινε στην υπηρεσία του και γιατί συνέχιζε να οπλοφορεί; Η Αστυνομία τονίζει πως και οι δύο αστυνομικοί είχαν περάσει επιτυχώς τα προβλεπόμενα ψυχομετρικά τεστ και δεν υπήρχε καμία ένδειξη στην υπηρεσία τους που να προμηνύει την τραγωδία.
Όπως αναφέρουν αστυνομικές πηγές, από την στιγμή που δεν είχε γίνει ποτέ επίσημη καταγγελία για ενδοοικογενειακή βία ή απειλές, η υπηρεσία δεν είχε κανένα νομικό ή διοικητικό πάτημα ώστε να αφαιρέσει τον οπλισμό του δράστη για λόγους ασφαλείας.
Οι χειρότεροι φόβοι ορισμένων επιβεβαιώθηκαν, με δύο παιδιά, το ένα ανήλικο, να έχουν μείνει ορφανά και από τους δύο γονείς τους. Η γυναικοκτονία στη Δράμα ίσως είχε αποφευχθεί αν κάποιοι καταλάβαιναν έγκαιρα τις προθέσεις του 50χρονου.
Πηγή
















