«Όλα αυτά τα χρόνια μιλούσα συνεχώς με τις δύο-τρεις φίλες που είχε, μήπως και θυμηθούν κάτι που δεν μου είχαν πει ή που δεν είχαν συνειδητοποιήσει αρχικά. Σιγά-σιγά άρχισαν να ανασύρουν λεπτομέρειες και τώρα μιλάνε. Το πιο σημαντικό στοιχείο που προέκυψε ήταν από τη φίλη της, την Κική. Μου ανέφερε πρόσφατα ότι, το καλοκαίρι πριν εξαφανιστεί, είχαν γνωρίσει στη Σκόπελο δύο άνδρες, χωρίς όμως να κρατήσουν επαφή μαζί τους. Σκέφτομαι πως, λόγω της καταπίεσης που βίωνε από τους γονείς μας και την κακή σχέση με τον άνδρα της, ακόμη και ένας άγνωστος να την πλησίαζε, ίσως να τον εμπιστευόταν και να τον ακολουθούσε», λέει δακρυσμένος, ο αδερφός της αγνοούμενης Ολυμπίας Κηρύκου, Γιώργος.

Με την ελπίδα να υπάρξει έστω και τώρα κάποια εξέλιξη, απευθύνει έκκληση σε όποιον γνωρίζει το παραμικρό να μιλήσει:

«Πιστεύω ότι υπάρχουν άνθρωποι που γνωρίζουν και δεν έχουν μιλήσει. Το σπίτι όπου έμενε τότε δεν ερευνήθηκε ποτέ. Η αστυνομία δεν ασχολήθηκε όπως θα έπρεπε και εμείς δεν προχωρήσαμε σε μήνυση για ανθρωποκτονία κατά αγνώστων, γιατί ο πατέρας μου δεν το ήθελε. Πίστευε πως ζούσε — και στην αρχή όλοι αυτό πιστεύαμε. Με τα χρόνια, όμως, η ελπίδα αυτή άρχισε να σβήνει. Ο ίδιος φοβόταν μήπως δημιουργηθούν εντάσεις με τους συμπέθερους, καθώς ο καθένας έλεγε τη δική του εκδοχή και διαμόρφωνε τη δική του ιστορία.»

Όπως αναφέρει, η Ολυμπία επιθυμούσε να αποκτήσει παιδί, όμως ο σύζυγός της δεν ένιωθε έτοιμος, γεγονός που οδήγησε σε περαιτέρω απομάκρυνση μεταξύ τους.

«Η αδερφή μου είχε αφήσει ένα σημείωμα, το οποίο όμως δεν εξετάστηκε ποτέ από την αστυνομία. Απλώς το φωτογράφισαν, κατέγραψαν κάποια στοιχεία και το τοποθέτησαν σε έναν φάκελο, ο οποίος αργότερα βρέθηκε άδειος. Στο σημείωμα έγραφε ότι θα πήγαινε μαζί με την Κική στην Ελευσίνα για να πάρουν κάποια πράγματα και θα επέστρεφε. Μου έκανε εντύπωση ο τρόπος που είχε γράψει το όνομά της — καθαρά, με μια γραμμή από κάτω. Πιστεύω πως αυτό δείχνει καλή ψυχολογική κατάσταση. Την επόμενη ημέρα, η Κική με κάλεσε για καφέ — κάτι που δεν συνήθιζε. Τη ρώτησα αν είχαν κανονίσει να πάνε στην Ελευσίνα, έστω κάποια άλλη μέρα, όμως το αρνήθηκε.»

Ο ίδιος εκτιμά ότι, με βάση τα στοιχεία — το σημείωμα αλλά και το γεγονός ότι είχε πάρει μαζί της ένα σημαντικό χρηματικό ποσό για την εποχή — η εξαφάνιση ίσως να ήταν προσχεδιασμένη.

«Για να πάρει μια τέτοια απόφαση, θεωρώ πως είχε τη βοήθεια κάποιου που της ενέπνεε ασφάλεια. Ήταν κάποιος άνθρωπος; Ή μήπως ένα μοναστήρι; Κάπου ένιωσε ότι θα προστατευτεί… Δυστυχώς, πιστεύω ότι εμπιστεύτηκε λάθος πρόσωπο. Είτε παγιδεύτηκε μόνη της είτε κάποιος την οδήγησε εκεί. Ελπίζω, έστω και τώρα, να βρεθεί μια απάντηση — όποια κι αν είναι αυτή. Ακόμη κι αν βρεθούν μόνο τα οστά της… να μάθουμε επιτέλους τι απέγινε», καταλήγει.


Πηγή