Πριν χαθούν τα ίχνη του, ο Ηλίας Πανταζής είχε στείλει ένα μακροσκελές και βαθιά συγκινητικό μήνυμα στο Viber, στην ομάδα των ανθρώπων που τον στήριζαν.

Σε αυτό αποτυπώνεται η μοναξιά, η ψυχική του φόρτιση, αλλά και η ανάγκη του να αισθανθεί πως εξακολουθεί να ανήκει κάπου.

Με λόγια γεμάτα ευγνωμοσύνη προς όσους τον βοηθούσαν καθημερινά, περιγράφει τη δύσκολη ζωή που βίωνε, τις ώρες περισυλλογής και προσευχής, αλλά και την πίκρα που ένιωθε το τελευταίο διάστημα.

«Καλημέρα! Καλή εβδομάδα και καλή Σαρακοστή! Σήμερα ελπίζω πως, με όλα όσα θα μοιραστώ μαζί σας, δεν θα σας κουράσω, δεν θα σας στενοχωρήσω, δεν θα σας λυπήσω ούτε θα σας θυμώσω. Ξέρετε όμως πολύ καλά πως μαζί σας μοιράζομαι τα πάντα. Όλες μου τις σκέψεις, τις ανησυχίες μου και γενικά ό,τι έχει να κάνει με εμένα. Και σας λέω ένα μεγάλο «ευχαριστώ» μέσα από την καρδιά μου. Γιατί έχω το πιο ανεκτίμητο δώρο που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος: ανθρώπους δίπλα του. Χριστιανούς ανθρώπους.

»Γιατί για μένα δεν υπάρχει «καλός» ή «κακός» Χριστιανός. Ή είσαι Χριστιανός ή δεν είσαι. Πέρα από τη βοήθεια ζωής και τον καθημερινό αγώνα που κάνετε για να με κρατάτε όρθιο και ζωντανό, υπάρχουν και εκείνες οι περίεργες, μοναχικές ώρες… Όταν τελειώνω από το καθάρισμα στο υπόγειο, κάνω πρώτα την ευχαριστήρια προσευχή μου στον Κύριο Ιησού Χριστό. Αν δεν φτιάξω κάτι χειροποίητο και είναι ακόμη νωρίς για μελέτη της Αγίας Γραφής, τότε κάνω περισυλλογή. Σκέφτομαι την εβδομάδα που πέρασε, τα λάθη και τις αμαρτίες μου, ζητώ συγχώρεση μέσα από την προσευχή και τη σοφία να μην τα επαναλάβω», λέει χαρακτηριστικά.

Όπως αναφέρει, κάποιοι άνθρωποι της εκκλησίας άρχισαν να κρατούν αποστάσεις από εκείνον.

«Ας ξεκινήσω λοιπόν… Χθες το πρωί έφτασα στον ναό στις 6:30 π.μ. Μπήκα, άναψα ένα κερί, προσκύνησα τις εικόνες και βγήκα έξω να καθίσω, όπως κάνω τόσα χρόνια, μπροστά στην πόρτα. Εκεί μου αρέσει πολύ, γιατί και τη λειτουργία ακούω και μπορώ να υποδέχομαι τον κόσμο. Αυτούς τους ανθρώπους που, όπως μου λένε, έρχονται και περιμένουν να με δουν, πάντα με ένα αληθινό και γεμάτο αγάπη χαμόγελο. Δεν θα πω ονόματα, ούτε αν ήταν άνδρας ή γυναίκα. Ένας άνθρωπος μού είπε το πρωί: «Ηλία, ξέρεις πολύ καλά πως όλα αυτά τα χρόνια,  σου έχουμε δείξει ότι σε αγαπάμε αληθινά. Αλλά επειδή εδώ έχει στραβώσει η κατάσταση με τους ιερείς και κανονικά πρέπει να σου κόψουμε ακόμη και την καλημέρα, όταν με βλέπεις να έρχομαι, πήγαινε σε εκείνο το σημείο και θα σου αφήνω εκεί ό,τι είναι… Ειλικρινά ντρέπομαι. Συγγνώμη. Αλλά καταλαβαίνεις»

«Περίπου δέκα λεπτά μετά, είμαι πάλι στην πόρτα. Έχει βγει από το παγκάρι ο υπάλληλος που είναι εκεί και ετοιμάζεται να μπει κάποιος μέσα. Ειλικρινά, θέλω να με πιστέψετε. Το ξέρω ότι είναι αγνή ψυχή. Με κοίταξε, κοίταξε και τον υπάλληλο και με σχεδόν βουρκωμένα μάτια και χαμηλωμένο βλέμμα μου είπε: “Ηλία, συγγνώμη… Δεν μπορώ να σου δώσω…” Και τώρα πραγματικά αυτό έχει καταντήσει γελοίο. Γιατί πριν γίνει όλο αυτό, ήμουν «καλός» άνθρωπος, «καλός» ζητιάνος, «καλός» εργάτης όταν χρειαζόταν δουλειά χωρίς χρήματα.  Το τελευταίο που θέλω να μοιραστώ είναι πως πήγα να αφήσω μερικά ρούχα και μπουφάν σε ανθρώπους που ξέρω ότι τα έχουν ανάγκη. Όταν έφτασα στο παγκάκι όπου κάθονταν δέκα-δεκαπέντε άτομα, άρχισαν πάλι τα σχόλια: “Καλώς τον Χριστιανό… τον παπά…”».

Το χειρότερο όπως λέει όμως ήταν όταν κάποιος του είπε: «“Τώρα τι έχεις να πεις; Για πες… Σε διώξανε με τις κλωτσιές! Εδώ ούτε στην εκκλησία δεν σε αφήνουν να πατήσεις. Τόσο καιρό μας έλεγες διάφορα και μας είχες πρήξει. Να τώρα… Καλά να πάθεις…” Και πραγματικά δεν ήξερα τι να απαντήσω. Άφησα τα ρούχα και έφυγα… Συγγνώμη αν σας κούρασα. Καλημέρα και πάλι. Καλή εβδομάδα σε όλους».


Πηγή