Σε υψηλούς τόνους συνεχίστηκε η αντιπαράθεση μεταξύ κυβέρνησης και ΠΑΣΟΚ, μετά τις αιχμές που εξαπέλυσε το μεσημέρι της Τετάρτης (19.02.2026) ο Παύλος Μαρινάκης στην ενημέρωση των πολιτικών συντακτών, με αφορμή τις αντιδράσεις της Χαριλάου Τρικούπη στη συνέντευξη του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης έκανε λόγο για «μετάλλαξη» του ΠΑΣΟΚ, υποστηρίζοντας ότι «το ΠΑΣΟΚ που ήταν στη σωστή πλευρά της ιστορίας, αντί να ζητήσει τον λόγο από τον ΣΥΡΙΖΑ για όσα είπε ο Γιάννης Στουρνάρας, μένει στο δέντρο», αποδίδοντας τη στάση του –όπως είπε– σε μια στρατηγική που υπαγορεύεται από το όνειρο «της μεγάλης προοδευτικής διακυβέρνησης».
Στο ίδιο πλαίσιο, επιχείρησε να οριοθετήσει εκ νέου το πολιτικό αφήγημα, τονίζοντας ότι η Νέα Δημοκρατία «δεν συνομίλησε με αυτούς που πήγαν να βγάλουν τη χώρα από την Ευρώπη» και, συνεπώς, δεν μπορεί –κατά τον ίδιο– να της αποδοθεί πολιτική μετατόπιση. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υποστήριξε δε ότι η μετατόπιση αφορά το ΠΑΣΟΚ, παραπέμποντας μάλιστα την «αξιολόγηση» αυτής της αλλαγής στον Ευάγγελο Βενιζέλο.
Η απάντηση της Χαριλάου Τρικούπη ήταν άμεση και αιχμηρή. Σε ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου, το ΠΑΣΟΚ κάλεσε τον Παύλο Μαρινάκη «να μην ψάχνει να βρει σε ποια όχθη είναι το ΠΑΣΟΚ», υποστηρίζοντας ότι βρίσκεται «εκεί που πάντα βρισκόταν»: «στην όχθη της σοβαρότητας, του εθνικού καθήκοντος, της ανεξαρτησίας των θεσμών, της προάσπισης του κράτους δικαίου και της διαφάνειας». Ταυτόχρονα, επιτέθηκε στην κυβέρνηση, σημειώνοντας ότι ο κυβερνητικός εκπρόσωπος «ξέρει καλά» σε ποια «όχθη» βρίσκεται η κυβέρνηση που εκπροσωπεί, την οποία τοποθέτησε «δίπλα στον κ. Τσίπρα και τον κ. Καμμένο» και στη «σκοτεινή όχθη» της «καταπάτησης των θεσμών», των «επιθέσεων στις ανεξάρτητες αρχές», των «παιχνιδιών με τη Δικαιοσύνη», της «τοξικότητας» και του «διχασμού».
Ειδική αναφορά έκανε το ΠΑΣΟΚ και στο περιεχόμενο των δηλώσεων Στουρνάρα, υποστηρίζοντας ότι όσα ανέφερε «τα είχε επαναλάβει και σε κατά καιρούς συνεντεύξεις του». Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι «τις προτιμά», διότι «απέναντί του είχε δημοσιογράφους και Μέσα Ενημέρωσης» και όχι –όπως αναφέρει– «τους ακροδεξιούς εκπροσώπους της προπαγανδιστικής μηχανής των τρολ της Νέας Δημοκρατίας», μεταφέροντας τη σύγκρουση και στο πεδίο του τρόπου με τον οποίο διεξάγεται ο δημόσιος διάλογος.
Πηγή
















