Οι κυνικές περιγραφές του καθ’ ομολογίαν δολοφόνου σοκάρουν.

26 μέρες μετά το στυγερό έγκλημα και ενώ ο ίδιος ετοιμάζεται να απολογηθεί αύριο ενώπιον ανακριτή, οι Αρχές αναζητούν το χαμένο μπλοκ της δολοφονημένης Σταυρούλας, στο οποίο έγραψε σκέψεις και κρατούσε σημειώσεις, ενώ τσεκάρουν τα όσα έχει αναφέρει ο 43χρονος για το άγριο φονικό, με στόχο να φωτίσουν κάθε πτυχή της ανατριχιαστικής υπόθεσης.

Ήταν προμελετημένο το έγκλημα που ομολόγησε; Έχει πει όλη την αλήθεια ή μήπως ακόμα κρατάει κλειστά ορισμένα από τα χαρτιά του; Τι τον ώθησε στο να βάψει τα χέρια του με αίμα εκείνο το απόγευμα στις 30 Μαΐου;

«Είμαι περιστασιακός χρήστης κάνναβης και την ημέρα του περιστατικού, είχα καπνίσει ένα τσιγάρο μετά τη δουλειά. Πιστεύω ότι είναι η αιτία που έχασα το μυαλό μου διότι δε μου έχει ξανά συμβεί», είπε ο 43χρονος κατηγορούμενος.

Στα νέα αποσπάσματα της ομολογίας του, ο 43χρονος μιλάει για τη γνωριμία του με την Σταυρούλα Λεβεντάκη και τα όσα έκανε μετά τη δολοφονία. Όπως ανέφερε δεν είπε τίποτα στη γυναίκα του, έκανε δύο αναλήψεις χρημάτων με τραπεζικές κάρτες της 45χρονης και το επόμενο μεσημέρι πήγε με γλυκά σε φίλο του.

«Γύρισα σπίτι και καθάρισα τις τελευταίες κηλίδες αίματος που είχαν δημιουργηθεί κατά τη μεταφορά του πτώματος στο βαν. Πήρα το λευκό βανάκι μου και πήγα να κάνω μια δουλειά με μπάζα που είχα κανονίσει με κάποιον για να μην δώσω στόχο ότι κάτι συνέβαινε. Κατά τις 12 γύρισα σπίτι και έκανα μπάνιο κι άλλαξα. Αγόρασα γλυκά και πήγα στο σπίτι του φίλου μου για να φάμε γιατί με είχε καλέσει. Πήγα παρόλο που ήμουν χάλια ψυχολογικά για να μην κινήσω υποψίες».

Η δολοφονημένη Σταυρούλα βρέθηκε όπως φαίνεται μπροστά σε μια παγίδα θανάτου. Οι δικοί της άνθρωποι εμφανίζονται εξοργισμένοι από τους ισχυρισμούς του 43χρονου περί παράνομης σχέση του με το θύμα.

«Αρχές Οκτωβρίου του 2025, έκανα ένα τραπέζι στο σπίτι μου και κάλεσα και τη Σταυρούλα. Στο τραπέζι ήταν η Σταυρούλα, ένας φίλος μου η γυναίκα του κι ένα άλλο ζευγάρι. Είχαμε πει ότι θα βρεθούμε στις 6 και η Σταυρούλα ήρθα στο σπίτι μου κατά τις 5.30 και με βοηθούσε με τις ετοιμασίες. Αφού τελειώσαμε, τα δύο ζευγάρια έφυγαν κι η Σταυρούλα έμεινε. Μου ρίχτηκε, κάναμε σεξ στο σπίτι μου και κοιμηθήκαμε μαζί».

Ο 43χρονος περιέγραψε τη Σταυρούλα ως δύστροπη που ενδιαφερόταν πολύ για τα οικονομικά και κρατούσε σημειώσεις. Το μπλοκ της δολοφονημένης γυναίκας πάντως δεν έχει βρεθεί μετά το έγκλημα, ούτε στο σπίτι που νοίκιαζε στα Χανιά.

«Ο αδερφός της διάβασε φωναχτά (ένα γραπτό της Σταυρούλας) που κατηγορούσε τον αδερφό της για διάφορα πράγμα που σχετίζονταν με τη βίλα στο Βαρύπετρο. Κάποια στιγμή σταμάτησε να διαβάζει και μου είπε ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα. Επιπλέον, μου είπε ότι οι γονείς, τους έχουν αφήσει παρακαταθήκη 50.000€ και ότι η Σταυρούλα πήρε αυτά τα χρήματα από τους γονείς τους κι εκείνος της είπε ότι έπρεπε να του δώσει τουλάχιστον τα μισά χρήματα», είπε η σπιτονοικοκυρά της.

Ο αδερφός της δολοφονημένης Σταυρούλας, λέει ότι δεν ισχύει ούτε λέξη από τα όσα ισχυρίζεται η σπιτονοικοκυρά της αδερφής του.

Οι κινήσεις στρατηγικής μετά τη στυγερή δολοφονία

Στόχος του 43χρονου μετά το έγκλημα ήταν να κερδίσει χρόνο, να αποπροσανατολίσει τις Αρχές και να μην κινήσει υποψίες.

«Την μετέφερα στην άκρη του υπνοδωματίου και ξεκίνησα να σφουγγαρίζω. Χρησιμοποίησα σφουγγαρίστρα χλωρίνη και φαράσι με σκούπα και κάθε φορά άλλαζα το νερό πετώντας την ντουζιέρα χρησιμοποιώντας χλωρίνη και αρωματικό», υποστήριξε ο 43χρονος.

Στη συνέχεια παραδέχτηκε ότι έκανε δύο αναλήψεις από ΑΤΜ, με τις τραπεζικές κάρτες της γυναίκας, που ομολόγησε ότι σκότωσε.

«Εκεί στο πάτωμα δίπλα της, είχαν πέσει δύο τραπεζικές κάρτες ανάληψης. Στη μία κάρτα είχε πάνω γραμμένο το pin. Πήρα τις κάρτες και περί ώρα 17:00 ή 17:30 βγήκα από το σπίτι, μπήκα στο μπλε βανάκι μου και πήγα στις Μουρνιές να δω αν είναι αυτό το pin. Πήγα στο ATM και πάτησα τον κωδικό. Ήταν αυτός ο κωδικός, έβγαλα 1.000 € και γύρισα σπίτι. Δεν είδα πόσα λεφτά είχε μέσα ο λογαριασμός της Σταυρούλας».

Το βράδυ, και ενώ ακόμα η σορός της δολοφονημένης Σταυρούλας βρισκόταν στο σπίτι, ο ίδιος συνομίλησε με τη γυναίκα του…

«Κατά τις 21:00, όπως κάθε μέρα κάναμε βίντεοκλήση με τη γυναίκα μου. Δεν της είπα τίποτα. Κατά τις 22:00 πήρα μια σακούλα που είχα βάλει μέσα το κούτσουρο, τα γυαλιά απ’ το σπασμένο μπουκάλι, τις σακούλες που κρατούσε στα χέρια της η Σταυρούλα όταν ήρθε στο σπίτι μου, το παντελόνι μου και μια μπλούζα, πήρα μαζί με το κινητό της και τις κάρτες της τράπεζας και πήγα σε έναν κάδο που υπάρχει στην περιοχή του Γαλατά. Πέταξα την σακούλα και σε άλλο κάδο πέταξα το κινητό. Πήγα σε ΑΤΜ και έβγαλα 800 ευρώ και από την δεύτερη κάρτα της. Γύρω στις 12 το βράδυ γύρισα σπίτι».

Ο Γιώργος Καλλιακμάνης για την υπόθεση

Ο 43χρονος ήξερε πως οι πρώτες μέρες μετά το έγκλημα ήταν κρίσιμες. Πίστευε όπως φαίνεται πως αν κατάφερνε να κερδίσει χρόνο, οι υποψίες δεν θα στρέφονταν σε εκείνον.

Η μεθοδική δουλειά των αστυνομικών, με την αξιοποίηση κάθε μέσου που είχαν στα χέρια τους ξεσκέπασε την αλήθεια. Ο 43χρονος ομολόγησε και πλέον οι συγγενείς της δολοφονημένης Σταυρούλας, περιμένουν την παραδειγματική τιμωρία του.


Πηγή