Ο Νίκος Σακαρέλλος, ιδιοκτήτης εστιατορίου στο Μιζούρι των Ηνωμένων Πολιτειών, είχε έρθει στην Ελλάδα για τις καθιερωμένες διακοπές του. Από την Κυριακή 31 Μαΐου όμως τα ίχνη του χάθηκαν μυστηριωδώς, όταν συγγενικό του πρόσωπο τον μετέφερε από το σπίτι του στη Ναύπακτο και τον άφησε έξω από το υπουργείο Οικονομικών, στο κέντρο της Αθήνας.
Από εκείνη την στιγμή, άνοιξε η γη και τον «κατάπιε».
«Δεν τον ξαναείδα»
Το «Τούνελ», στην προσπάθειά του να φωτίσει το μυστήριο της εξαφάνισής του, επικοινώνησε με τον θείο του, Αποστόλη Σακαρέλλο, τον τελευταίο άνθρωπο που τον είδε πριν χαθούν τα ίχνη του.
«Ο Νίκος είχε έρθει στην Ελλάδα στις 11 Μαΐου για διακοπές. Ζει στην Αμερική από το 1976 και κάθε φορά που ερχόταν, έμενε στο σπίτι του στη Ναύπακτο, απ’ όπου κατάγεται. Εκεί βρισκόμουν κι εγώ. Την Κυριακή φύγαμε μαζί οδικώς, γύρω στις 09:30 το πρωί, με προορισμό την Αθήνα. Περίπου στις 12:00 τον άφησα στην οδό Καραγεώργη Σερβίας. Μου είπε ότι θα διέμενε σε ξενοδοχείο στη Μητροπόλεως, αλλά δυστυχώς δεν τον ρώτησα ποιο ήταν. Είχε προγραμματίσει να επιστρέψει ξανά στην Ελλάδα σε περίπου δύο μήνες για τις καλοκαιρινές του διακοπές. Τον άφησα εκεί και από τότε δεν τον ξαναείδα».
Όπως αναφέρει, ο Νίκος τού είχε πει πως εκείνη την ημέρα θα συναντούσε κάποιους φίλους του, χωρίς όμως να διευκρινίσει ποιοι ήταν.
«Μαζί του είχε ένα μπεζ σακίδιο. Την επόμενη ημέρα επρόκειτο να επιστρέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες με πτήση της Delta Airlines στις 06:10 το πρωί, όμως δεν επιβιβάστηκε ποτέ. Το μόνο που γνωρίζουμε είναι ότι έστειλε ένα γραπτό μήνυμα στα δύο παιδιά του μέσω Viber, χρησιμοποιώντας το αμερικανικό του κινητό τηλέφωνο, καθώς διέθετε δύο συσκευές».
Το πιο παράδοξο στοιχείο της υπόθεσης είναι ότι στις 2 Ιουνίου το κινητό του τηλέφωνο φέρεται να εξέπεμψε σήμα από την ορεινή Ναυπακτία.
«Το σήμα καταγράφηκε από την κεραία της Άνω Χώρας. Πρόκειται όμως για ορεινή περιοχή και δεν γνωρίζω ποια είναι η ακριβής εμβέλειά της. Αυτό σημαίνει πως το κινητό δείχνει να επέστρεψε προς τη Ναυπακτία, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω τι πραγματικά συνέβη. Είναι αδιανόητο. Αν είχε σκοπό να βάλει τέλος στη ζωή του δεν θα έφευγε πρώτα για την Αθήνα και στη συνέχεια θα επέστρεφε πίσω. Καθόλη τη διάρκεια της διαδρομής μιλούσε κανονικά στο τηλέφωνο, ήταν ευδιάθετος. Πρόκειται για έναν εξαιρετικό άνθρωπο που βοηθούσε πάντα τους άλλους. Πολλοί Έλληνες φοιτητές που σπούδαζαν στο Μιζούρι έχουν να πουν μόνο τα καλύτερα για το εστιατόριό του. Τους φρόντιζε σαν δικούς του ανθρώπους και γι’ αυτό συνέχισαν να τον επισκέπτονται ακόμη και μετά το τέλος των σπουδών τους. Μακάρι κάποιος να μιλήσει. Ίσως ένας ταξιτζής, ίσως κάποιος από γραφείο ενοικιάσεων αυτοκινήτων ή οποιοσδήποτε γνωρίζει κάτι. Αρκεί να μας πει ότι τον μετέφερε ή ότι τον άφησε κάπου», καταλήγει.
Πηγή














