Δημοσιογράφος της εκπομπής, μαζί με την οδηγό του ταξί που μετέφερε τον Σπύρο Ρέτσα την ημέρα της εξαφάνισής του, έφτασαν στην παραλία «Πεθαμένος» στο Αλιβέρι. Εκεί τους περίμενε η σύζυγος του 62χρονου, πολύτεκνου πατέρα.
Η συνάντηση των δύο γυναικών ήταν φορτισμένη. Μια αγκαλιά, δάκρυα και μια κοινή ευχή: Nα βρεθεί.
«Δεν φταις εσύ, κορίτσι μου· τη δουλειά σου έκανες… Πού να το ήξερες…», της είπε η σύζυγος, αγκαλιάζοντάς την και φιλώντας της το χέρι.
Στη συνέχεια προσέθεσε:
«Δεν αντέχω άλλο. Στις 30 έκλεισε ένας μήνας και είναι πολύ δύσκολο, γιατί δεν έχουμε καμία απάντηση — ούτε εγώ ούτε τα παιδιά μου. Τι να τους πω; Πρέπει να φανώ δυνατή. Σε αυτή την παραλία δεν ερχόμασταν· εκείνος όμως, παλιότερα, πριν από περίπου πέντε χρόνια, όταν είχε το σκάφος, ίσως ερχόταν για ψάρεμα».
Η σύζυγός του μιλάει για το πρωινό της Δευτέρας 30 Μαρτίου.
«Εκείνη την ημέρα, νωρίς το πρωί, κατέβηκε στην κουζίνα να φτιάξει καφέ κι εγώ έπλενα τα πιάτα. Δεν παρατήρησα κάτι περίεργο. Το μόνο που μου φάνηκε ασυνήθιστο ήταν ότι ζήτησε από τον μικρό μας γιο να τον αγκαλιάσει πριν φύγει για το σχολείο. Ο Σπύρος δεν ήταν εκδηλωτικός άνθρωπος, καμία σχέση. Ήταν λιγομίλητος, αλλά πολύ ευγενικός και δεν είχε διαφορές με κανέναν. Επειδή βιαζόμουν να πάω στη δουλειά, δεν έδωσα περισσότερη σημασία.
Όταν γύρισα, λίγο πριν τις δύο, είδα το αυτοκίνητό του παρκαρισμένο κανονικά και ρώτησα τα παιδιά αν ο πατέρας τους κοιμόταν, γιατί συνήθιζε να ξεκουράζεται τα μεσημέρια».
Όπως λέει, συνέχισε με κάποιες δουλειές στο σπίτι και γύρω στις έξι και μισή ζήτησε από τον μικρό τους γιο να πάει να τον φωνάξει. Τότε εκείνος της είπε πως δεν ήταν στο σπίτι.
«Πήγα στο γραφείο του και είδα τα κλειδιά του αυτοκινήτου του. Ανέβηκα επάνω στο δωμάτιο και στο κομοδίνο βρήκα τακτοποιημένα, το πορτοφόλι του με τις κάρτες και κάποια χρήματα, καθώς και το κινητό του στη φόρτιση. Ήρθαν τα αδέρφια του, πήγαμε στην αστυνομία και βγήκαμε στους δρόμους να τον αναζητήσουμε. Εκείνο το πρωί, στο σπίτι ήταν η μικρή μας κόρη. Τη ρώτησε αν ήθελε να τη πάει εκείνος στο σχολείο, αλλά του είπε πως προλάβαινε και θα πήγαινε με τα πόδια. Της άφησε κάποια χρήματα για να πάρει μαζί της. Επειδή της φάνηκαν πολλά, τον ρώτησε αν ήταν όλα αυτά για το σχολείο. Εκείνος της απάντησε “για ό,τι χρειαστεί”. Το παιδί παραξενεύτηκε», καταλήγει συγκινημένη.
Πηγή
















