Η κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων στη Λιβύη δεν μεταβάλλει τη διεθνή νομιμότητα της συμφωνίας, αποτυπώνει όμως μια δυσμενή για την Αθήνα γεωπολιτική πραγματικότητα: η Τουρκία έχει αποκτήσει ουσιαστική επιρροή και στις δύο πλευρές της βορειοαφρικανικής χώρας, την ώρα που η Ελλάδα στερείται αντίστοιχων μέσων πίεσης. Αυτό επισημαίνει, μιλώντας στο newsit.gr, ο Σωτήρης Σέρμπος, καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και πρώην διπλωματικός σύμβουλος, αναλύοντας τις συνέπειες της εξέλιξης για την Ελλάδα και την Ανατολική Μεσόγειο.
Σύμφωνα με τον Σωτήρη Σέρμπο, το τουρκολιβυκό μνημόνιο αποκτά πλέον μεγαλύτερη πολιτική νομιμοποίηση στο εσωτερικό της Λιβύης, χωρίς αυτό να θεραπεύει, όπως τονίζει, τις παραβιάσεις του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας. Η Τουρκία, ωστόσο, κεφαλαιοποιεί μια στρατηγική διείσδυσης που ακολουθεί συστηματικά τα τελευταία χρόνια, ενισχύοντας τη θέση της στην Ανατολική Μεσόγειο. Αντιθέτως, η Ελλάδα, κατά την εκτίμησή του, δεν διαθέτει ουσιαστική μόχλευση, δηλαδή πολιτικά, οικονομικά ή άλλα μέσα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις αποφάσεις της λιβυκής ηγεσίας.
Ο Σωτήρης Σέρμπος υπογραμμίζει ότι η έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από την Ανατολική Λιβύη δεν ήταν απρόβλεπτη, αλλά αποτέλεσμα της μεθοδικής προσπάθειας που κατέβαλε η Τουρκία για να αποκτήσει ερείσματα και στη Βεγγάζη. Με την Ανατολική Μεσόγειο να βρίσκεται στο επίκεντρο ανταγωνιστικών σχεδιασμών, ο καθηγητής θέτει ευθέως ζήτημα αποτελεσματικότητας της ελληνικής διπλωματίας, εκτιμώντας ότι η Αθήνα καλλιέργησε προσδοκίες χωρίς να διαθέτει την αναγκαία επιρροή για να τις υποστηρίξει.
«Η Ελλάδα δεν διαθέτει μόχλευση, δεν είναι παίκτης»
Στο επίκεντρο της ανάλυσης του καθηγητή βρίσκεται η έλλειψη ελληνικής μόχλευσης στη Λιβύη, την οποία θεωρεί καθοριστική για την κατανόηση των εξελίξεων.
Όπως διευκρινίζει, η δυνατότητα μιας χώρας να συνομιλεί με διαφορετικά πολιτικά κέντρα δεν συνεπάγεται ότι μπορεί και να επηρεάζει τις αποφάσεις τους.
«Το να μιλάς με όλους δεν σημαίνει ότι έχεις επιρροή», τονίζει χαρακτηριστικά.
Ο Σωτήρης Σέρμπος εκτιμά ότι η ελληνική μόχλευση στη Λιβύη είναι «μηδαμινή έως ανύπαρκτη», υπογραμμίζοντας πως η Αθήνα δεν ανέπτυξε τους αναγκαίους συντελεστές ισχύος ώστε να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο στις εσωτερικές ισορροπίες της χώρας.
«Η Ελλάδα δεν είναι παίκτης, δεν έχει παρουσία επί του πεδίου και γι’ αυτό δεν έχει επιρροή. Αντιθέτως, η Τουρκία είναι παίκτης», αναφέρει.
Κατά τον καθηγητή, η ελληνική διπλωματία δημιούργησε υπερβολικές προσδοκίες για τα αποτελέσματα των επαφών της με την ανατολική και τη δυτική πλευρά της Λιβύης, χωρίς να έχει διαμορφώσει τις προϋποθέσεις για ουσιαστική παρέμβαση.
«Η Τουρκία δρέπει τους καρπούς της στρατηγικής της»
Ο Σωτήρης Σέρμπος απορρίπτει την προσέγγιση ότι η κύρωση του μνημονίου αποτελεί αιφνιδιαστική εξέλιξη.
«Όλο αυτό δεν είναι ένας κεραυνός εν αιθρία», υπογραμμίζει.
Όπως εξηγεί, η Άγκυρα, πέρα από τη διαχρονική στήριξη προς την κυβέρνηση της Τρίπολης, άρχισε να επενδύει συστηματικά και στην Ανατολική Λιβύη, αναπτύσσοντας διπλωματικές σχέσεις, οικονομικές και επιχειρηματικές συνεργασίες, αλλά και στρατιωτική παρουσία.
«Έρχεται, αν θέλετε, να δρέψει τα οφέλη και να γευτεί τους καρπούς αυτής της προσπάθειας», σημειώνει.
Στην ανάλυσή του εντάσσει και τις εσωτερικές ανακατατάξεις στην Ανατολική Λιβύη, με την απομάκρυνση του Ακίλα Σάλεχ από την προεδρία του Κοινοβουλίου και την αυξανόμενη συγκέντρωση εξουσίας στους γιους του Χαλίφα Χαφτάρ, ιδιαίτερα στον Σαντάμ Χαφτάρ.
Οι εξελίξεις αυτές, κατά την εκτίμησή του, συνδέονται με τη μεταβολή των συσχετισμών ισχύος, την οποία η Τουρκία αξιοποίησε προς όφελός της.
Τουρκολιβυκό μνημόνιο: Γιατί η κύρωση συνιστά πολιτικό πλήγμα, παρά τη νομική ακυρότητα
Ο καθηγητής διαχωρίζει τη νομική υπόσταση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τις πολιτικές συνέπειες της επικύρωσής του.
Όπως επισημαίνει, η συμφωνία εξακολουθεί να παραβιάζει, κατά την εκτίμησή του, κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων χωρών, όπως η Ελλάδα και η Αίγυπτος, και δεν αποκτά πρόσθετη διεθνή νομιμότητα.
Ωστόσο, η απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς προέρχεται από την Ανατολική Λιβύη, δηλαδή από την πλευρά της χώρας που ενδιαφέρει άμεσα την Ελλάδα λόγω της γεωγραφικής της θέσης.
«Για εμάς είναι μεγαλύτερο πλήγμα το ότι η Ανατολική Λιβύη πήρε την απόφαση για αυτή την κύρωση», επισημαίνει.
Κατά τον Σωτήρη Σέρμπο, η Αθήνα καλείται πλέον να αντιμετωπίσει μια Τουρκία με ενισχυμένο διπλωματικό αποτύπωμα, η οποία μπορεί να αξιοποιήσει τη νέα κατάσταση για να προωθήσει τις μονομερείς διεκδικήσεις της.
Τα 12 ναυτικά μίλια και η ηλεκτρική διασύνδεση
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδει ο καθηγητής στην ανάγκη επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων από τα έξι στα 12 ναυτικά μίλια νοτίως και δυτικά της Κρήτης.
«Κατά την εκτίμησή μου, αυτό έπρεπε να προηγηθεί προτού μπούμε σε συζητήσεις με τους Λίβυους για το θέμα της οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών», αναφέρει.
Όπως εξηγεί, η Ελλάδα θα έπρεπε να έχει κατοχυρώσει προηγουμένως την έκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης της και στη συνέχεια να προχωρήσει στις συζητήσεις για την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ, χωρίς να δημιουργούνται προσδοκίες ότι η λιβυκή πλευρά θα αποκήρυσσε το μνημόνιο.
Παράλληλα, θεωρεί ότι ο χρονισμός της κύρωσης δεν είναι άσχετος με την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου (Great Sea Interconnector), η οποία βρίσκεται στο επίκεντρο των τουρκικών αντιδράσεων.
Κατά την εκτίμησή του, η Άγκυρα διαθέτει μια ευρύτερη στρατηγική, με κεντρικό άξονα τη «Γαλάζια Πατρίδα», αλλά και ένα εναλλακτικό σενάριο: να αξιοποιήσει την πίεση και την καταναγκαστική διπλωματία για να οδηγήσει την Ελλάδα σε μια ευρύτερη διαπραγμάτευση για τις θαλάσσιες ζώνες στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο ίδιος διευκρινίζει ότι πρόκειται για ενδεχόμενο και όχι για βέβαιη εξέλιξη.
Το ενδεχόμενο ερευνών και μιας νέας κρίσης με την Τουρκία
Ο Σωτήρης Σέρμπος προειδοποιεί ότι η πολιτική ενίσχυση της τουρκικής παρουσίας στη Λιβύη θα μπορούσε να αποκτήσει και πρακτική διάσταση.
Δεν αποκλείει, ως πιθανό μελλοντικό σενάριο, η Τουρκία να επιχειρήσει να αξιοποιήσει την κύρωση του μνημονίου προκειμένου να συμμετάσχει σε ερευνητικές ή ακόμη και γεωτρητικές δραστηριότητες σε περιοχές που περιλαμβάνονται στις διεκδικήσεις της συμφωνίας.
Μια τέτοια εξέλιξη, σύμφωνα με τον ίδιο, θα μπορούσε να οδηγήσει σε συνθήκες έντασης αντίστοιχες με εκείνες που είχαν διαμορφωθεί το 2020 με το ερευνητικό σκάφος Oruc Reis.
Στην ίδια εξίσωση τοποθετεί και το μεταναστευτικό, εκτιμώντας ότι η Ανατολική Λιβύη διαθέτει δυνατότητες άσκησης πίεσης μέσω των μεταναστευτικών ροών.
Επισημαίνει, μάλιστα, ότι η γεωγραφική θέση της Ελλάδας την καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτη, ενώ υπογραμμίζει τη σημασία της επιχειρησιακής ετοιμότητας του Λιμενικού στη θαλάσσια περιοχή της Κρήτης και της Γαύδου.
Ανατολική Μεσόγειος: Η Αίγυπτος και οι νέες περιφερειακές ισορροπίες
Στην ανάλυσή του, ο καθηγητής αναφέρεται και στη μεταβολή των περιφερειακών συσχετισμών, εκτιμώντας ότι η Τουρκία ενισχύει τη θέση της όχι μόνο στη Λιβύη, αλλά και στις σχέσεις της με τη Δύση και άλλους περιφερειακούς παράγοντες.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει στην Αίγυπτο, η οποία αποτελεί στρατηγικό εταίρο της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο ίδιος επισημαίνει ότι μια ενδεχόμενη προσέγγιση Άγκυρας και Καΐρου στο ζήτημα των θαλάσσιων ζωνών θα δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα στον ελληνικό σχεδιασμό, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι δεν θεωρεί πως η Αίγυπτος έχει λόγο να οδηγηθεί σε μια τέτοια ρήξη με την Ελλάδα.
Παράλληλα, αναφέρεται στις διεργασίες για το μέλλον μιας ενδεχομένως ενωμένης Λιβύης, στις οποίες η Τουρκία έχει κατορθώσει να εξασφαλίσει πρωταγωνιστικό ρόλο.
«Η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη δεν αρκεί χωρίς παρουσία στο πεδίο»
Ο Σωτήρης Σέρμπος ασκεί κριτική και στη συνολικότερη ευρωπαϊκή στρατηγική απέναντι στη Λιβύη, επισημαίνοντας ότι οι δηλώσεις καταδίκης και αλληλεγγύης δεν αρκούν για να αντισταθμίσουν την απουσία ουσιαστικής επιρροής.
Όπως εξηγεί, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ιδιαίτερα σημαντικά συμφέροντα στη χώρα, τόσο λόγω των ενεργειακών πόρων της όσο και λόγω του ρόλου της στις μεταναστευτικές διαδρομές από την Αφρική προς την Ευρώπη.
Παρά ταύτα, κατά την εκτίμησή του, δεν κατάφερε να αποκτήσει ανάλογη παρουσία επί του πεδίου.
«Υπάρχει το κομμάτι των τετελεσμένων», τονίζει, προειδοποιώντας ότι η διπλωματική αποδοκιμασία δεν αρκεί από μόνη της για να ανατρέψει τους συσχετισμούς που έχουν ήδη διαμορφωθεί.
Πηγή
















