Ο αυτόπτης μάρτυρας – κλειδί του εγκλήματος στη Σύρο αποκλειστικά στο Live News.
Ο άνθρωπος που είδε την 41χρονη Ευαγγελία να καταρρέει μπροστά του, αποφασίζει να λύσει τη σιωπή του για πρώτη φορά. Περιγράφει τις σκληρές εικόνες που είδε εκείνο το απόγευμα στην Άνω Σύρο και θυμάται τις κινήσεις τόσο του κατηγορούμενου όσο και τις δολοφονημένης γυναίκας.
Είδε, όπως λέει τον κατηγορούμενο να έχει ακινητοποιήσει τη διασώστρια με τα χέρια του. Θυμάται πως η 41χρονη φορούσε ακόμη τη μάσκα στο πρόσωπό της.
«Σηκώνομαι και τρέχω να κατέβω τις, τις σκάλες. Όταν φτάνω, βλέπω το άτομο με τη μάσκα στο πάτωμα, στις σκάλες και ο… είναι ξαπλωμένος από πάνω της, κρατώντας τα χέρια της. Οπότε στην πραγματικότητα είχε τα χέρια της σταυρωμένα μπροστά της και εκείνος της κρατούσε τα χέρια και, τραβούσε, τραβούσε τα χέρια της. Ήταν ξαπλωμένη λίγο-πολύ μπρούμυτα, με το πρόσωπο προς τα κάτω».
Θυμάται τον κατηγορούμενο να κρατάει τα χέρια της Ευαγγελίας, εκείνα τα δευτερόλεπτα. Η 41χρονη ψυχορραγούσε, όπως όπως μας λέει, μέσα σε μια λίμνη αίματος.
«Τα χέρια της ήταν σταυρωμένα μπροστά από το σώμα της και εκείνος της κρατούσε τα χέρια».
Ο κατηγορούμενος υποστηρίζει από την πρώτη στιγμή πως δεν μαχαίρωσε τη γυναίκα κατά τη διάρκεια της καταδίωξης. Δεν είχε πάρει μαζί του μαχαίρια, όπως είπε ο δικηγόρος του. Ο αυτόπτης μάρτυρας, λέει πως είδε εκείνο το απόγευμα 2 μαχαίρια στο σημείο που ξεψύχησε η Ευαγγελία.
«Βλέπω ένα μαχαίρι πεσμένο δίπλα τους στο πάτωμα, το οποίο ήταν γεμάτο αίματα και ήταν λυγισμένο. Δηλαδή, η λαβή ήταν λυγισμένη. Και υπήρχε άλλο ένα μαχαίρι πιο κάτω στις σκάλες, το οποίο ήταν ένα μεγάλο μαχαίρι, σαν μαχαίρι χασάπη. Και αυτό ήταν καθαρό».
Ο αυτόπτης – μάρτυρας ξεκαθαρίζει πως δεν είδε τον κατηγορούμενο να μαχαιρώνει τη διασώστρια. Έφτασε στο σημείο, όπως λέει, όταν η καταδίωξη της δολοφονημένης γυναίκας είχε ολοκληρωθεί.
«Δεν είδα καθόλου αίμα, εκτός από το χέρι του. Το δεξί του χέρι ήταν γεμάτο αίματα».
«Οι φωνές σταμάτησαν πριν βγει εκείνη από το σπίτι»
Ο κατηγορούμενος υποστηρίζει από την πρώτη στιγμή ότι αντέδρασε ενστικτωδώς μέσα στο σπίτι του και πως καταδίωξε τη γυναίκα, χωρίς να γνωρίζει την ταυτότητά της. Επαναλαμβάνει πως δεν είχε πρόθεση να την σκοτώσει.
Οι φωνές που ακούγονταν εκείνο το απόγευμα στην περιοχή, είχαν ξεσηκώσει ολόκληρη τη γειτονιά.
«Είναι μια πολύ, πολύ οξεία γυναικεία φωνή που ουρλιάζει. Ένα πολύ παρατεταμένο ουρλιαχτό. Φώναζε κάτι που δεν κατάλαβα επειδή ήταν στα ελληνικά και δεν μιλάω ελληνικά. Μετά ακούω μια δεύτερη, επίσης γυναικεία φωνή, να ουρλιάζει κι αυτή. Και μετά, για πολύ λίγο, μια ανδρική φωνή να φωνάζει επίσης κάτι. Και μετά σιωπή».
Ο κατηγορούμενος άρχισε να καταδιώκει την 41χρονη, εκτόξευσε μια γλάστρα και η διασώστρια έπεσε στο έδαφος.
«Η σύζυγος του… ήταν επίσης εκεί ή μάλλον έτρεχε πέρα δώθε και ούρλιαζε ακόμα και ήταν στο τηλέφωνο, πιθανώς καλώντας το ασθενοφόρο».
Στη γειτονιά του εγκλήματος τα πάντα έχουν αλλάξει από εκείνο το απόγευμα. Το σπίτι που εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα παραμένει κλειδωμένο.
Οι γείτονες του κατηγορούμενου, είναι πεπεισμένοι πως δεν υπάρχει δόλος στη δολοφονία. Οι περιγραφές του αυτόπτη μάρτυρα αναλύθηκαν με προσοχή από τους αστυνομικούς.
«Οι φωνές ακούστηκαν μέσα στο σπίτι. Οι φωνές σταμάτησαν πριν βγει εκείνη από το σπίτι. Και μετά έφτασε η σύζυγος και δεν θυμάμαι ακριβώς αν του έδωσε εκείνη το τηλέφωνο επειδή εκείνος κρατούσε το τηλέφωνο και ήταν σαν, ήταν σαν να έτρεμε».
Οι μαρτυρίες πληθαίνουν και πλαισιώνουν εικόνες ντοκουμέντα. Η υπόθεση θρίλερ του φετινού καλοκαιριού συνεχίζει να κρατά ανάστατο το νησί των Κυκλάδων.
Πηγή
















