Η 27χρονη έφερε εκδορές στα χέρια και τον λαιμό, μαυρισμένο μάτι, καθώς και τραύμα στο μέτωπο.
Μια 27χρονη γυναίκα στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης κατήγγειλε ότι έπεσε θύμα άγριου ξυλοδαρμού από τον 29χρονο σύντροφό της. Το περιστατικό σημειώθηκε το βράδυ της Κυριακής σε διαμέρισμα πολυκατοικίας στην οδό Φλέμινγκ.
Ένοικοι της πολυκατοικίας φέρεται να άκουσαν έντονες φωνές από το διαμέρισμα του ζευγαριού και κάλεσαν την Αστυνομία. Στο σημείο έφτασαν αστυνομικοί της Ομάδας Ζ, οι οποίοι βρήκαν τη νεαρή γυναίκα με εμφανή σημάδια τραυματισμού, μεταξύ των οποίων εκδορές στα χέρια και τον λαιμό, μώλωπα στο μάτι και τραύμα στο μέτωπο.
Ο 29χρονος υποστήριξε στους αστυνομικούς ότι είχε προηγηθεί μόνο λεκτική αντιπαράθεση με τη σύντροφό του. Η 27χρονη, παρά τις ερωτήσεις των αστυνομικών, αρχικά δεν θέλησε να δηλώσει ότι είχε ξυλοκοπηθεί και να καταγγείλλει τον ξυλοδαρμό.
Ο επ. πρόεδρος αστ. υπαλλήλων ΝΑ Αττικής, Γιώργος Καλλιακμάνης ανέφερε: «Δεν κατήγγειλε τον ξυλοδαρμό η κοπέλα αρχικά, παρόλο που ήταν εμφανή τα σημάδια και στα χέρια και στο μέτωπο και στο λαιμό, αλλά και ένα μαυρισμένο μάτι. Η γυναίκα αυτή είπε ότι απλώς είχαν μια λεκτική αντιπαράθεση. Ο 29χρονος έχει εμπλακεί στο παρελθόν σε άλλη υπόθεση κακοποιητικής συμπεριφοράς. Όχι με την ίδια κοπέλα όμως. Ευτυχώς, όντως που υπήρχαν οι γείτονες και κατήγγειλαν το περιστατικό γιατί ακούστηκαν, ακούγονταν έντονα φωνές και φασαρία καθώς και θόρυβοι και πήγε η αστυνομία αμέσως και χτύπησε την πόρτα και είδε αυτό το θέαμα με την κοπέλα να την έχει χτυπήσει σε πολλά σημεία και να μην το παραδέχεται ούτε αυτός, αλλά ούτε και η κοπέλα αυτή».
Και συνέχισε: «Υπάρχουν και πολλές περιπτώσεις κάποιων ατόμων που αφού έχει καταγγελθεί περιστατικό στην αστυνομία, μετά δεν ξανα το έκαναν αυτό, γιατί φοβήθηκαν, γιατί πλέον, όπως γνωρίζετε και πρέπει να γνωρίζουν όλοι, αυτά τα περιστατικά είναι αυτεπάγγελτα. Δηλαδή, όταν ενημερωθεί, ενημερωθεί η Ελληνική Αστυνομία, επεμβαίνει. Υπάρχουν τα τμήματα ενδοοικογενειακής βίας που ασχολούνται, που εκεί οι αστυνομικοί έχουν εμπειρία και εξειδίκευση στα συγκεκριμένα ζητήματα, γίνεται δικογραφία ακόμα και αν το θύμα δεν θέλει να υποβάλει μήνυση. Αυτό σημαίνει αυτεπάγγελτα. Άρα όλες αυτές οι υποθέσεις πηγαίνουν στη Δικαιοσύνη. Οπότε βλέπουμε ότι τις περισσότερες φορές οι κακοποιητές σταματάνε γιατί φοβούνται την εμπλοκή τους με τη δικαιοσύνη και την τιμωρία τους. Εδώ όμως αυτός ο άνθρωπος είχε περιστατικό σε προηγούμενο χρόνο και τώρα το ξαναέκανε και πολλές και άλλες φορές το ξανακάνουν φυσικά».
«Όταν υπάρξει το πρώτο περιστατικό βίας, είναι βέβαιο ότι θα ακολουθήσουν και τα επόμενα» – Τι λέει ψυχολόγος στο MEGA
Η ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια, Ελπίδα Παναγιωτουνάκου τόνισε: «Πολλές φορές δημιουργείται μια ιδιαίτερη δυναμική ανάμεσα στο θύτη και το θύμα. Δηλαδή σίγουρα μια κακοποιητική συμπεριφορά δεν εμφανίζεται έτσι ξαφνικά μία στιγμή. Υπάρχουν προειδοποιητικά σημάδια, υπάρχουν συμπεριφορές τις οποίες συχνά το θύμα τις συγχωρεί, θεωρεί ότι ήταν μια κακιά στιγμή. Πολλές φορές πείθεται από το θύτη ότι η ίδια έφταιγε για αυτή τη συμπεριφορά, ότι αν ας πούμε δεν είχες βγει, αν δεν είχες ντυθεί με αυτόν τον τρόπο ή δεν μου είχες μιλήσει έτσι, εγώ δε θα είχα σηκώσει χέρι, εγώ δε θα σου είχα μιλήσει άσχημα. Οπότε αρχίζει και δημιουργείται μια ενοχή και πολλές φορές το θύμα νιώθει αδύναμο, νιώθει ότι εξαρτάται από το σύντροφο και δεν εννοώ μόνο οικονομικά. Μπορεί να είναι και συναισθηματικά, ότι μέσα από σένα παίρνω αξία, μέσα από τη δική σου επιβεβαίωση. Και πολλές φορές όταν γίνεται ένα συμβάν, μην ξεχνάτε ότι έρχεται μετά αυτό που ονομάζουμε μήνας του μέλιτος. Δηλαδή ο θύτης μπορεί να μπει σε μια διαδικασία να παρακαλέσει ας πούμε τη σύντροφο, να να τον καταλάβει. Μπορεί να της πει ότι «εγώ δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα. Ξέρω ότι είναι λάθος η συμπεριφορά μου, αλλά εσύ είσαι η μόνη που θα με λυτρώσει, εσύ είσαι αυτή που θα με βοηθήσει». Και έτσι το θύμα μπαίνει στη διαδικασία να πιστέψει ότι αυτό μπορεί να αλλάξει. Δεν αλλάζει. Όταν θα υπάρξει το πρώτο περιστατικό, είναι βέβαιο ότι θα ακολουθήσουν και τα επόμενα. Πρέπει να καταγγέλλονται τέτοια περιστατικά. Πρέπει να ζητείται βοήθεια. Ένας άνθρωπος ο οποίος είναι σε μια ευάλωτη στιγμή μπορεί να μην μπορεί να αξιολογήσει τον κίνδυνο, την κατάσταση από μόνος του. Και σε καμία περίπτωση αυτά τα περιστατικά δεν είναι μεμονωμένα».
Πόσο ρόλο μπορεί να παίξει ένα υποστηρικτικό περιβάλλον;
Σύμφωνα με την ειδικό, «Πάρα πολύ, γιατί το υποστηρικτικό πλαίσιο θα σε βοηθήσει να δεις τα πράγματα και μέσα από μια άλλη οπτική. Γιατί όπως είπα πριν δημιουργείται ένας μικρόκοσμος, μια πραγματικότητα πίσω από τις κλειστές πόρτες, ενώ όταν υπάρχουν άνθρωποι που μας αγαπούν θα μας τονώσουν και την αυτοπεποίθηση. Και το πιο βασικό, θα μας δείξουν ότι υπάρχει και διέξοδος. Γιατί και ένας άνθρωπος δεν είναι και εύκολο να φύγει, ειδικά αν συγκατοικεί με κάποιον ή συζεί. Θέλει να ξέρει ότι υπάρχει και κάποιος που θα του ανοίξει την πόρτα και θα είναι εκεί για να τον συμβουλέψει αλλά και να του σταθεί και συναισθηματικά και πρακτικά».
Πηγή














